Ελεύθερος κόσμος, Ιράν και η ευρωπαϊκή αμηχανία: γιατί ο Τραμπ και ο Νετανιάχου βλέπουν καθαρότερα από μια Ευρώπη που καθυστερεί

EL (GR) Read in English

Πίνακας περιεχομένου

Ελεύθερος κόσμος, Ιράν και η ευρωπαϊκή αμηχανία: γιατί ο Τραμπ και ο Νετανιάχου βλέπουν καθαρότερα από μια Ευρώπη που καθυστερεί

Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη διαφωνεί. Είναι αν έχει καταλάβει τι ακριβώς διακυβεύεται.

Υπάρχουν στιγμές όπου η ουδετερότητα δεν είναι σοφία αλλά άρνηση. Η σημερινή στάση μεγάλου μέρους της Ευρώπης απέναντι στο Ιράν μοιάζει όλο και περισσότερο με τέτοια άρνηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αντιμετωπίζουν το ιρανικό καθεστώς ως αυτό που είναι στρατηγικά: μια πηγή αποσταθεροποίησης που συνδέεται με περιφερειακή βία, πληρεξούσιες οργανώσεις, επιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών και διαρκή απειλή για τη ναυσιπλοΐα και την ενέργεια.

Η Ευρώπη, αντίθετα, συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται έξω από τον λογαριασμό. Όμως ο λογαριασμός έχει ήδη αρχίσει να φτάνει: στην ενέργεια, στην ασφάλεια, στη συνοχή της Δύσης και στην ίδια τη στρατηγική αξιοπιστία της ηπείρου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αμερικανική ή ισραηλινή επιλογή είναι αυτομάτως σωστή ούτε ότι κάθε πολεμική κλιμάκωση είναι συνετή. Σημαίνει όμως ότι το βασικό επιχείρημα του Τραμπ και, από άλλη αφετηρία, του Νετανιάχου, πατά σε μια σκληρή πραγματικότητα: η Ευρώπη θέλει να απολαμβάνει τα οφέλη της σταθερότητας χωρίς να αναμετριέται με την πηγή της αστάθειας.

Όταν η Γαλλία κλείνει αεροδιαδρόμους για αμερικανικές πτήσεις, όταν η Ιταλία αρνείται χρήση βάσεων και όταν η Ισπανία κλείνει τον εναέριο χώρο της σε επιχειρήσεις σχετικές με τον πόλεμο, δεν εκπέμπουν μόνο προφύλαξη. Εκπέμπουν και το μήνυμα ότι προτιμούν να αφήσουν το στρατηγικό βάρος σε άλλους.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η ευρωπαϊκή επιφύλαξη βαφτίζεται συχνά «ψυχραιμία», ενώ στην πράξη μοιάζει με ετεροχρονισμένη αφέλεια. Το Ιράν δεν είναι μια μακρινή, αφηρημένη εστία έντασης.

Είναι καθεστώς που, σύμφωνα με πλήθος διεθνών αναφορών, συνεχίζει να στηρίζει περιφερειακά δίκτυα πίεσης και βίας, να χτυπά οικονομικές και ενεργειακές δομές και να τροφοδοτεί ένα μοντέλο αστάθειας που ακουμπά άμεσα την Ευρώπη. Αν η ήπειρος αυτή δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι η σύγκρουση την αφορά ήδη, τότε δεν έχουμε μπροστά μας ηθική υπεροχή. Έχουμε στρατηγική τύφλωση.

Για το ευρύτερο ελληνικό πλαίσιο που δείχνει πώς η κρίση στο Ιράν, στο Ορμούζ και στην ενέργεια δεν είναι θεωρητική αλλά περνά ήδη στην πραγματική οικονομία, ταιριάζουν φυσικά τα εσωτερικά Newsio άρθρα Στενά του Ορμούζ: «Κλείσιμο» και διεθνείς επιπτώσεις και Καύσιμα: γιατί ανεβαίνουν απότομα οι διεθνείς τιμές λόγω συγκρούσεων.

Το ιρανικό καθεστώς δεν είναι απλώς αυταρχικό. Είναι καθεστώς που εξάγει κίνδυνο.

Αυτό είναι το πρώτο θεμέλιο του επιχειρήματος. Αν το ζήτημα αφορούσε μόνο την εσωτερική καταστολή μέσα στο Ιράν, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή εμπλοκή θα ήταν πολύ διαφορετική. Όμως το καθεστώς της Τεχεράνης δεν περιορίζεται στην εσωτερική βία. Reuters και AP περιγράφουν ένα Ιράν που, ακόμη και υπό σφοδρή πίεση, εξακολουθεί να χτυπά, να απειλεί, να διαταράσσει ροές πετρελαίου και να επιβάλει οικονομικό και στρατηγικό κόστος πολύ πέρα από τα σύνορά του.

Επιθέσεις σε κρίσιμες βιομηχανικές υποδομές στον Κόλπο, απειλές προς τη ναυσιπλοΐα, ενεργοποίηση συμμάχων όπως οι Χούθι και επίμονη στρατηγική διατήρησης πίεσης δείχνουν ότι δεν μιλάμε για ένα καθεστώς αποκλειστικά εσωστρεφές. Μιλάμε για ένα καθεστώς που εξάγει τον κίνδυνό του.

Εκεί βρίσκεται και η ουσία του ηθικού επιχειρήματος υπέρ μιας πιο καθαρής δυτικής στάσης. Όταν ένα σύστημα εξουσίας δεν διστάζει να στραφεί ούτε κατά των ίδιων των πολιτών του και ταυτόχρονα τροφοδοτεί τη βία προς τα έξω, η αντιμετώπισή του δεν είναι «ιμπεριαλιστική εμμονή» από μόνη της.

Μπορεί να είναι και στοιχειώδης στρατηγική αυτοάμυνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μέσο είναι θεμιτό. Σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή λογική του «κρατάμε αποστάσεις και βλέπουμε» αρχίζει να μοιάζει όλο και λιγότερο με ειρηνισμό και όλο και περισσότερο με αναβολή ενός κινδύνου που αργότερα θα επιστρέψει ακριβότερος.

Για το πώς ακριβώς η Τεχεράνη μετατρέπει τον εξωτερικό πόλεμο σε στρατηγική επιβίωσης του ίδιου του καθεστώτος, υπάρχει ήδη το ελληνικό Newsio υπόβαθρο Όταν ένα καθεστώς φοβάται τον αφανισμό: γιατί η Τεχεράνη εξάγει την κρίση.

Ο Τραμπ είναι ωμός, αλλά στο βασικό επιχείρημα αγγίζει μια αλήθεια που η Ευρώπη δεν θέλει να κοιτάξει.

Ο Τραμπ δεν μιλά τη γλώσσα της λεπτότητας. Μιλά τη γλώσσα του καταναγκασμού, του εκνευρισμού και της πολιτικής ταπείνωσης του αντιπάλου. Όμως πίσω από την υπερβολή του υπάρχει ένας πυρήνας που δεν είναι εύκολο να αγνοηθεί. Όταν κατηγορεί τη Γαλλία, την Ιταλία ή την Ισπανία ότι δεν βοηθούν, αυτό που στην πραγματικότητα λέει είναι ότι η Ευρώπη θέλει να μένει μέσα στην ομπρέλα ασφαλείας της Δύσης χωρίς να αναλαμβάνει το αντίστοιχο στρατηγικό ρίσκο όταν η σύγκρουση αγγίζει τα όρια της πραγματικής ισχύος.

Το Reuters κατέγραψε καθαρά τις ευρωπαϊκές αρνήσεις σε υπερπτήσεις, βάσεις και επιχειρησιακή στήριξη. Αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι ήδη επιχειρησιακό γεγονός.

Μπορεί κάποιος να αντιπαθεί απολύτως τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ στήνει το επιχείρημά του και να έχει ταυτόχρονα πρόβλημα να το απορρίψει ουσιαστικά. Γιατί είναι δύσκολο να ισχυριστείς πως το Ιράν δεν αφορά την Ευρώπη όταν η Ευρώπη ήδη πληρώνει ακριβότερη ενέργεια, αντιμετωπίζει πληθωριστική πίεση και βλέπει τον κίνδυνο για το Ορμούζ να περνά απευθείας στα οικονομικά της.

Το Reuters ανέφερε τη μεγαλύτερη άνοδο στις προβλέψεις τιμών πετρελαίου εδώ και δεκαετίες, ενώ η ίδια η ΕΕ προειδοποίησε ότι ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε άμεσα, οι τιμές δεν θα επέστρεφαν γρήγορα στην κανονικότητα.

Άρα, ναι, η ευρωπαϊκή απόσταση μπορεί να παρουσιαστεί ως νηφαλιότητα. Αλλά από μια άλλη οπτική, που αξίζει να ειπωθεί καθαρά, μπορεί να περιγραφεί και ως βολική υποκρισία: να καταγγέλλεις τον πόλεμο, αλλά να θέλεις κάποιος άλλος να εξουδετερώσει την πηγή της απειλής, ώστε εσύ αργότερα να απολαύσεις το στρατηγικό αποτέλεσμα χωρίς να έχεις πληρώσει το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης. Αυτή είναι κρίση, όχι αποδεδειγμένο κίνητρο· αλλά είναι κρίση που πατά σε πραγματικά γεγονότα.

Ο Νετανιάχου δεν πιέζει μόνο για πόλεμο. Πιέζει για ιστορική αναμέτρηση με το καθεστώς.

Από την πλευρά του Ισραήλ, η σύγκρουση δεν περιγράφεται απλώς ως ανταλλαγή χτυπημάτων. Reuters μετέδωσε ότι το Ισραήλ δηλώνει έτοιμο να συνεχίσει τα πλήγματα κατά του Ιράν για εβδομάδες, ενώ ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει αφήσει ανοιχτή τη λογική ότι η αναμέτρηση μπορεί να διαμορφώσει το μέλλον του καθεστώτος στην Τεχεράνη.

Αυτό ακριβώς είναι που φοβίζει την Ευρώπη και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει, για τους υποστηρικτές της σκληρής γραμμής, ότι η στιγμή είναι ιστορική: αν η Δύση δεν σταθεί τώρα απέναντι σε μια πηγή τρόμου και αστάθειας, πότε ακριβώς θα το κάνει;

Το επιχείρημα υπέρ της πιο αποφασιστικής στάσης λέει κάτι απλό και βαρύ: δεν πολεμάς μόνο έναν αντίπαλο για να τον τιμωρήσεις, αλλά για να περιορίσεις την ικανότητά του να σκοτώνει, να καταστέλλει, να εξοπλίζει άλλους και να κρατά μια ολόκληρη περιοχή όμηρο. Αν δεχθείς αυτή τη βάση,

τότε ο Νετανιάχου μοιάζει λιγότερο με ηγέτη που κυνηγά απλώς στρατιωτικό κέρδος και περισσότερο με ηγέτη που επιμένει ότι η σύγκρουση με την Τεχεράνη δεν μπορεί να μείνει μισή. Η Ευρώπη, όμως, φοβάται ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από την αποτροπή στην έμμεση λογική αλλαγής καθεστώτος.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι Ευρωπαίοι έχουν λόγους να ανησυχούν για το τι θα ακολουθήσει. Έχουν. Το ερώτημα είναι αν αυτή η ανησυχία τους έχει οδηγήσει σε τόσο μεγάλη παράλυση, ώστε να μην μπορούν να πουν το βασικό: ότι απέναντι βρίσκεται ένα φονικό, τρομοκρατικό, αποσταθεροποιητικό καθεστώς που δεν αξίζει πολιτικά αντανακλαστικά «ίσων αποστάσεων». Εκεί ακριβώς η Ευρώπη αρχίζει να χάνει και ηθικό κύρος και στρατηγική καθαρότητα.

Για το ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο της ισραηλινοϊρανικής αναμέτρησης, ταιριάζει και το ελληνικό Newsio άρθρο Ανατολική Μεσόγειος 2025: Η νέα γεωστρατηγική σκακιέρα.

Η Ευρώπη λέει ότι υπηρετεί τη διπλωματία. Συχνά όμως υπηρετεί απλώς την καθυστέρηση.

Η πιο ήπια ευρωπαϊκή υπεράσπιση είναι γνωστή: η Ευρώπη δεν θέλει να μπει σε πόλεμο που δεν ξεκίνησε, θέλει να κρατήσει χώρο για διπλωματία και φοβάται ότι η στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να αποδειχθεί χειρότερη από το ίδιο το πρόβλημα. Η Κάγια Κάλας και άλλοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν πράγματι δώσει αυτή τη γραμμή, ενώ η Γαλλία έχει κινηθεί προς ένα πιθανό μεταγενέστερο πλαίσιο ασφάλειας της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ αντί για άμεση πολεμική συμμετοχή. Αυτή η στάση έχει λογική. Δεν είναι ανόητη.

Όμως υπάρχει και η σκληρότερη ανάγνωση: η Ευρώπη επικαλείται τη διπλωματία σε ένα πεδίο όπου η διπλωματία έχει αποτύχει επανειλημμένα να μεταβάλει τη βασική συμπεριφορά του καθεστώτος. Αν η διπλωματία παράγει μόνο χρόνο για ένα καθεστώς που συνεχίζει να καταστέλλει εσωτερικά, να χτυπά εξωτερικά και να κρατά ενεργειακούς διαδρόμους υπό απειλή, τότε η διπλωματία αυτή παύει να είναι ειρηνική εναλλακτική και γίνεται μηχανισμός παράτασης της αρρώστιας. Αυτό είναι σκληρό να ειπωθεί, αλλά δεν είναι ανεύθυνο. Είναι ειλικρινές.

Και η ειλικρινής αλήθεια εδώ είναι ότι η Ευρώπη αρέσκεται πολλές φορές να εμφανίζεται ως η ηθική συνείδηση της διεθνούς τάξης, ενώ στην πράξη λειτουργεί ως καταναλωτής ασφαλείας που ελπίζει να λύσουν άλλοι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στάση λειτουργεί μόνο όσο υπάρχουν άλλοι πρόθυμοι να αναλάβουν το σκληρό μέρος της στρατηγικής σύγκρουσης. Αν αυτοί οι «άλλοι» είναι σήμερα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, η Ευρώπη δεν δικαιούται να υποκρίνεται ότι η έκβαση της αναμέτρησης δεν τη δεσμεύει.

Για το πιο καθαρό διεθνές αποτύπωμα του γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον πόλεμο με το Ιράν ως πρόβλημα των άλλων, το ισχυρότερο σημείο αναφοράς είναι η ενεργειακή κάλυψη του Reuters, η οποία δείχνει πώς η κρίση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ περνά άμεσα στις τιμές πετρελαίου, στον πληθωρισμό και στον ευρύτερο οικονομικό κίνδυνο για την ίδια την Ευρώπη και για την παγκόσμια οικονομία.

Το Ορμούζ, το πετρέλαιο και η τρομοκρατία αποδεικνύουν ότι η ήπειρος δεν είναι παρατηρητής. Είναι ήδη εμπλεκόμενη.

Αυτό είναι το σημείο όπου πέφτει το τελευταίο ευρωπαϊκό φύλλο συκής. Όποιος νομίζει ότι το Ιράν είναι «ζήτημα της Μέσης Ανατολής» απλώς δεν διαβάζει το ίδιο το οικονομικό και στρατηγικό αποτύπωμα της κρίσης.

Reuters σημείωσε ότι περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG περνά από το Ορμούζ και ότι η πολεμική κρίση έχει οδηγήσει σε απότομη ανατίμηση των προβλέψεων πετρελαίου, σε αναθεώρηση της γερμανικής ανάπτυξης προς τα κάτω και σε αύξηση του ευρωπαϊκού πληθωριστικού κινδύνου. Η ίδια η ΕΕ υπολόγισε ήδη δισεκατομμύρια σε πρόσθετο κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων.

Αν προστεθεί σε αυτό η μακρά ιστορία ιρανικής στήριξης προς πληρεξούσιες δυνάμεις και η επίμονη λογική αποσταθεροποίησης του περιφερειακού χώρου, τότε η εικόνα γίνεται ακόμα πιο καθαρή. Η Ευρώπη δεν στέκεται μπροστά σε ηθικό δίλημμα ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη.

Στέκεται μπροστά σε στρατηγικό δίλημμα ανάμεσα στην έγκαιρη αναγνώριση μιας απειλής και στη βολική ψευδαίσθηση ότι η απειλή μπορεί να αποσυρθεί αν την κοιτάξει λιγότερο. Αυτός είναι ο λόγος που το επιχείρημα υπέρ της πιο αποφασιστικής στάσης κερδίζει έδαφος: όχι επειδή λατρεύει τον πόλεμο, αλλά επειδή δεν αντέχει άλλο την αυταπάτη.

Για το πώς ο παγκόσμιος ενεργειακός και γεωστρατηγικός κίνδυνος συνδέεται άμεσα με την Ελλάδα, το ελληνικό Newsio έχει ήδη ανοίξει τον άξονα στο Καύσιμα παγκοσμίως: τι συνέβη το τελευταίο 24ωρο και γιατί η Ελλάδα παραμένει σε πίεση.

Ο ελεύθερος κόσμος δεν συγκροτείται από συνθήματα. Συγκροτείται όταν αναγνωρίζει τον εχθρό του χωρίς ενοχές.

Αυτό είναι ίσως το πιο άβολο αλλά και το πιο αναγκαίο συμπέρασμα. Ο όρος «ελεύθερος κόσμος» γελοιοποιείται εύκολα όταν χρησιμοποιείται ρητορικά. Όμως χάνει τελείως το νόημά του όταν αποφεύγει να ονομάσει το είδος του αντιπάλου που έχει απέναντί του.

Αν ένα καθεστώς σκοτώνει τους πολίτες του, φυλακίζει, καταστέλλει, εξάγει βία, απειλεί ενεργειακές αρτηρίες και χρησιμοποιεί την αστάθεια ως διαπραγματευτικό εργαλείο, τότε δεν είναι απλώς «άλλη άποψη στη διεθνή σκηνή». Είναι αντίπαλο πρότυπο εξουσίας. Και απέναντι σε τέτοια πρότυπα, η θολή ουδετερότητα συχνά δεν είναι ανώτερη ηθική. Είναι απλώς άρνηση της πραγματικότητας.

Αυτό δεν σημαίνει λευκή επιταγή σε οποιαδήποτε στρατιωτική εκστρατεία. Δεν σημαίνει ότι η κριτική στις αμερικανικές ή ισραηλινές υπερβολές πρέπει να σιγήσει. Σημαίνει όμως ότι η Ευρώπη, αν θέλει να συνεχίσει να μιλά για αρχές, δεν μπορεί να μιλά σαν να μην ξέρει ποιος είναι ο θύτης της περιφερειακής μόλυνσης.

Δεν μπορεί να θέλει και ασφάλεια και φθηνή ενέργεια και σταθερές θαλάσσιες οδούς και τρομοκρατία χαμηλής έντασης «κάπου αλλού», και ταυτόχρονα να ονομάζει υπευθυνότητα τη μόνιμη αποφυγή. Εκεί τελειώνει η νηφαλιότητα και αρχίζει η συνενοχή μέσω αδράνειας. Αυτή είναι γνώμη. Αλλά είναι γνώμη χτισμένη πάνω σε πραγματικές συνέπειες, όχι σε φανατισμό.

Ο ευρωπαϊκός δισταγμός δεν μένει ουδέτερος. Μετατρέπεται σε έμμεσο κέρδος για το καθεστώς της Τεχεράνης.

Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο άβολες αλλά και πιο κρίσιμες αλήθειες της στιγμής. Η Ευρώπη συχνά παρουσιάζει τη διστακτικότητά της ως υπευθυνότητα, ψυχραιμία ή πίστη στη διπλωματία. Όμως στη γεωπολιτική, η καθυστέρηση δεν είναι ποτέ κενή. Παράγει αποτέλεσμα. Και στην παρούσα φάση, το αποτέλεσμα είναι ότι ο ευρωπαϊκός δισταγμός ρίχνει νερό ακριβώς στον μύλο του καθεστώτος της Τεχεράνης.

Όταν η Ευρώπη αρνείται να αναγνωρίσει με καθαρή στρατηγική γλώσσα τη φύση της απειλής, όταν αποφεύγει το κόστος και όταν μεταφράζει τη σκληρή πραγματικότητα σε διαδικαστική επιφύλαξη, το καθεστώς δεν διαβάζει «ειρηνευτική σοφία». Διαβάζει χώρο. Διαβάζει αδυναμία. Διαβάζει παράθυρο συνέχισης της πίεσης.

Και αυτό έχει πρακτική σημασία. Ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την περιφερειακή ένταση, τις επιθέσεις σε υποδομές, τη ναυσιπλοΐα και το ενεργειακό σοκ ως μοχλούς εκβιασμού δεν χρειάζεται να κερδίσει καθαρά στο πεδίο για να πετύχει. Του αρκεί να πείσει ότι η άλλη πλευρά δεν αντέχει το κόστος της αναμέτρησης.

Όσο η Ευρώπη δείχνει ότι προτιμά να αποσύρεται από την επιχειρησιακή ευθύνη, να κλείνει αεροδιαδρόμους και να ελπίζει ότι άλλοι θα αναλάβουν το στρατηγικό βάρος, τόσο ενισχύει την πολιτική χρησιμότητα των ίδιων των επιθέσεων που εξαπολύει η Τεχεράνη ή οι πληρεξούσιοί της: επιθέσεων που δεν στοχεύουν μόνο στη φθορά, αλλά και στον εκφοβισμό, στον καταναγκασμό και στην απόδειξη ότι η Δύση λυγίζει πιο εύκολα απ’ όσο διακηρύσσει.

Με αυτό το μέτρο, η Ευρώπη δεν μένει απλώς «εκτός». Στέλνει, άθελά της ή μη, το πιο επικίνδυνο μήνυμα προς ένα φονικό καθεστώς: ότι η βία, η απειλή και η εξαγωγή αστάθειας αποδίδουν πολιτικά. Ότι αρκεί να ανεβάσεις αρκετά το ρίσκο, να χτυπήσεις αρκετά νευρικά σημεία, να αγγίξεις ενέργεια, θαλάσσιες οδούς και περιφερειακούς παίκτες, και ένα σημαντικό μέρος της Ευρώπης θα μετατρέψει την ανασφάλειά του σε αυτοσυγκράτηση.

Εκεί ακριβώς ο δισταγμός παύει να είναι ηθική στάση και αρχίζει να μοιάζει με έμμεση υποχώρηση. Όχι επειδή η Ευρώπη θέλει να ενισχύσει το καθεστώς, αλλά επειδή ένα καθεστώς τέτοιου τύπου διαβάζει κάθε καθυστέρηση ως επιβράβευση της μεθόδου του.

Η πιο καθαρή ανάγνωση της ημέρας

Η ιστορία δεν είναι ότι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου «θέλουν περισσότερη συμμετοχή». Η ιστορία είναι ότι βλέπουν το ιρανικό καθεστώς ως πρόβλημα που δεν λύνεται με ευρωπαϊκές εκκλήσεις καλής συμπεριφοράς, και θεωρούν ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να υποτιμά το μέγεθος της δικής της έκθεσης.

Ο Τραμπ το λέει επιθετικά. Ο Νετανιάχου το λέει στρατηγικά. Η Ευρώπη απαντά με επιφυλάξεις, διαδικασίες και ηθικές διακρίσεις. Όμως όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, οι αγορές φωνάζουν, το Ορμούζ πιέζεται, οι υποδομές χτυπιούνται και η τρομοκρατική αρχιτεκτονική επιβιώνει, το ερώτημα γίνεται πιο σκληρό: πόσο ακόμη μπορεί η Ευρώπη να παριστάνει ότι αυτό δεν είναι ήδη και δικός της πόλεμος συνεπειών;

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη του επιχειρήματος υπέρ της αποφασιστικότερης στάσης. Όχι στο μίσος. Όχι στη ρητορική ευκολία. Αλλά στη σαφήνεια: αν ο ελεύθερος κόσμος δεν μπορεί να αναγνωρίσει εγκαίρως πότε έχει απέναντί του ένα καθεστώς δολοφόνων και εξαγωγέων αστάθειας, τότε θα το αναγνωρίσει αργότερα, όταν το κόστος θα είναι ήδη πολύ μεγαλύτερο.

Τι πρέπει να κρατήσει ο αναγνώστης

Πρώτον, η ευρωπαϊκή απόσταση από τον πόλεμο δεν είναι θεωρία. Μεταφράστηκε ήδη σε πραγματικές αρνήσεις αεροδιαδρόμων, βάσεων και επιχειρησιακής στήριξης προς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Δεύτερον, το ιρανικό καθεστώς δεν είναι μόνο εσωτερικά κατασταλτικό. Παραμένει πηγή περιφερειακής αστάθειας, ενεργειακού κινδύνου και στρατηγικής πίεσης προς τη Δύση.

Τρίτον, η Ευρώπη δεν μένει έξω από τις συνέπειες. Ήδη πληρώνει αυξημένο ενεργειακό κόστος, πληθωριστικές πιέσεις και μεγαλύτερη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Και τέταρτον, το βασικό επιχείρημα υπέρ μιας πιο καθαρής στάσης είναι αυτό: η Ευρώπη μπορεί να διαφωνεί με τα μέσα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά δεν μπορεί σοβαρά να συνεχίζει να αμφιβάλλει για τη φύση της απειλής που εκπροσωπεί το σημερινό ιρανικό καθεστώς. Εκεί κρίνεται αν θα λειτουργήσει ως γεωπολιτικός ενήλικας ή ως σχολιαστής των εξελίξεων των άλλων.

Eris Locaj
Eris Locajhttps://newsio.org
Ο Eris Locaj είναι ιδρυτής και Editorial Director του Newsio, μιας ανεξάρτητης ψηφιακής πλατφόρμας ενημέρωσης με έμφαση στην ανάλυση διεθνών εξελίξεων, πολιτικής, τεχνολογίας και κοινωνικών θεμάτων. Ως επικεφαλής της συντακτικής κατεύθυνσης, επιβλέπει τη θεματολογία, την ποιότητα και τη δημοσιογραφική προσέγγιση των δημοσιεύσεων, με στόχο την ουσιαστική κατανόηση των γεγονότων — όχι απλώς την αναπαραγωγή ειδήσεων. Το Newsio ιδρύθηκε με στόχο ένα πιο καθαρό, αναλυτικό και ανθρώπινο μοντέλο ενημέρωσης, μακριά από τον θόρυβο της επιφανειακής επικαιρότητας.

Θέλετε κι άλλες αναλύσεις σαν αυτή;

«Στέλνουμε μόνο ό,τι αξίζει να διαβαστεί. Τίποτα παραπάνω.»

📩 Ένα email την εβδομάδα. Μπορείτε να διαγραφείτε όποτε θέλετε.
-- Επιλεγμένο περιεχόμενο. Όχι μαζικά newsletters.

Related Articles

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Μείνετε συνδεδεμένοι

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
2ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

Νεότερα άρθρα