14.5 C
Athens
Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου, 2026

Η Ελλάδα των δύο ταχυτήτων: γιατί το κόστος ζωής ανεβαίνει, αλλά οι μισθοί όχι

Η καθημερινή εμπειρία πίσω από τους οικονομικούς δείκτες

Η αίσθηση της οικονομικής ασφυξίας δεν είναι υποκειμενική

Η διαπίστωση ότι «ο μήνας δεν βγαίνει» δεν αποτελεί προσωπική εντύπωση ή ψυχολογική υπερβολή. Αποτελεί αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης οικονομικής εξίσωσης: το κόστος ζωής στην Ελλάδα αυξάνεται με ρυθμούς που υπερβαίνουν την αύξηση των μισθών. Το χάσμα αυτό, μικρό σε ποσοστά αλλά μεγάλο σε συνέπειες, μεταφράζεται άμεσα σε απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Η οικονομία, σε επίπεδο μακροδεικτών, μπορεί να δείχνει σημάδια σταθεροποίησης ή ακόμη και ανάπτυξης. Ωστόσο, σε επίπεδο νοικοκυριού, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι αυξήσεις τιμών αφορούν πλέον βασικά αγαθά και ανελαστικές δαπάνες, περιορίζοντας δραστικά την οικονομική ευελιξία των πολιτών.

Το κόστος ζωής ως καθημερινός μηχανισμός πίεσης

Οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις εντοπίζονται σε τομείς όπου οι πολίτες έχουν ελάχιστα περιθώρια προσαρμογής. Η στέγη, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι μετακινήσεις απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Ακόμη και μικρές αυξήσεις σε αυτές τις κατηγορίες έχουν δυσανάλογο αντίκτυπο, ιδίως όταν επαναλαμβάνονται σε βάθος χρόνου.

Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η μείωση της κατανάλωσης. Είναι η αναδιάρθρωση της καθημερινότητας. Οι επιλογές περιορίζονται, οι αποταμιεύσεις συρρικνώνονται και η αίσθηση οικονομικής ασφάλειας υποχωρεί. Αυτό το φαινόμενο δεν πλήττει μόνο τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά διαχέεται προς τα μεσαία στρώματα, τα οποία ιστορικά λειτουργούσαν ως σταθεροποιητικός παράγοντας της οικονομίας.

Η μετατόπιση της πίεσης προς τη μεσαία τάξη

Ένα από τα πιο κρίσιμα χαρακτηριστικά της τρέχουσας περιόδου είναι η αλλαγή στο κοινωνικό αποτύπωμα της ακρίβειας. Η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται πλέον στους πιο ευάλωτους. Αγγίζει εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, οικογένειες με σταθερό εισόδημα και επαγγελματίες που μέχρι πρόσφατα μπορούσαν να απορροφήσουν αυξήσεις χωρίς σοβαρές επιπτώσεις.

Η μεσαία τάξη βρίσκεται πλέον σε θέση άμυνας. Όχι επειδή μειώθηκαν δραματικά τα εισοδήματά της, αλλά επειδή η στασιμότητα των μισθών, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, διαβρώνει σταδιακά το επίπεδο ζωής. Η φθορά αυτή είναι αργή, αλλά συνεχής, και συχνά δεν αποτυπώνεται άμεσα σε στατιστικές.

Η «Ελλάδα των δύο ταχυτήτων» ως κοινωνικό αποτέλεσμα

Από αυτή τη δυναμική προκύπτει μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, βρίσκονται όσοι έχουν πρόσβαση σε εισοδήματα που προσαρμόζονται ταχύτερα στις οικονομικές μεταβολές ή διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία που λειτουργούν ως αντιστάθμισμα. Από την άλλη, όσοι εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον μισθό τους και βλέπουν την πραγματική του αξία να μειώνεται.

Η διαφορά δεν αφορά μόνο το ύψος του εισοδήματος. Αφορά τη δυνατότητα σχεδιασμού. Την ικανότητα κάλυψης απρόβλεπτων εξόδων. Τη σχέση με το μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική ανισότητα δεν εκδηλώνεται μόνο ως αριθμητική απόκλιση, αλλά ως διαφορετική ποιότητα ζωής.

Όταν οι δείκτες βελτιώνονται αλλά η εμπειρία όχι

Η αντίφαση ανάμεσα στους επίσημους δείκτες και στο βίωμα των πολιτών αποτελεί κεντρικό στοιχείο της σημερινής συζήτησης. Ονομαστικές αυξήσεις, μείωση ανεργίας και θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης συνυπάρχουν με μια διάχυτη αίσθηση οικονομικής δυσκολίας. Αυτή η απόσταση δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το οικονομικό βάρος και τα οφέλη της ανάπτυξης.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πρόοδος σε μακροοικονομικό επίπεδο. Είναι αν αυτή η πρόοδος μεταφράζεται σε βελτίωση της καθημερινής ζωής για την πλειονότητα. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: οι μισθοί δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό με το κόστος ζωής, δημιουργώντας ένα δομικό χάσμα που επηρεάζει τη συνοχή της κοινωνίας.

Γιατί το χάσμα κόστους ζωής – μισθών είναι δομικό και όχι συγκυριακό

Πληθωρισμός: ονομαστικές αυξήσεις, πραγματικές απώλειες

Σε περιόδους αυξημένου πληθωρισμού, οι μισθοί μπορεί να αυξάνονται ονομαστικά χωρίς να αυξάνονται πραγματικά. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Ακόμη και όταν καταγράφονται αυξήσεις αποδοχών, αυτές συχνά υπολείπονται του ρυθμού αύξησης των τιμών. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή διάβρωση της αγοραστικής δύναμης, ιδίως για όσους δεν διαθέτουν εναλλακτικές πηγές εισοδήματος.

Οι επίσημοι δείκτες πληθωρισμού καταγράφουν έναν μέσο όρο. Στην πράξη, όμως, τα νοικοκυριά δεν καταναλώνουν «μέσο όρο». Καταναλώνουν τρόφιμα, ενέργεια, στέγη. Όταν οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται σε αυτές τις κατηγορίες, η πραγματική επιβάρυνση είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που αποτυπώνεται συνολικά.

Παραγωγικότητα και μισθοί: μια σχέση που δεν λειτουργεί αυτόματα

Σε θεωρητικό επίπεδο, οι μισθοί ακολουθούν την παραγωγικότητα. Όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται, δημιουργείται χώρος για αυξήσεις αποδοχών. Στην ελληνική οικονομία, όμως, αυτή η σχέση παρουσιάζει διαχρονικές στρεβλώσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι άνιση μεταξύ κλάδων, ενώ σε πολλούς τομείς παραμένει χαμηλή.

Παράλληλα, ακόμη και όπου υπάρχει βελτίωση, αυτή δεν μεταφέρεται αυτόματα στους εργαζόμενους. Οι μισθολογικές αυξήσεις επηρεάζονται από τη διαπραγματευτική ισχύ, το θεσμικό πλαίσιο και τη δομή της αγοράς εργασίας. Σε περιβάλλον υψηλής επισφάλειας ή περιορισμένων συλλογικών μηχανισμών, η σύνδεση παραγωγικότητας και μισθών εξασθενεί.

Η φορολογική επιβάρυνση ως αόρατος συμπιεστής εισοδήματος

Ένας συχνά υποτιμημένος παράγοντας είναι η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας. Ακόμη και όταν ο μεικτός μισθός αυξάνεται, ο καθαρός μισθός συχνά δεν ακολουθεί στον ίδιο βαθμό. Φόροι και εισφορές περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα, ενισχύοντας την αίσθηση στασιμότητας.

Το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στο ύψος των φόρων, αλλά και στη δομή τους. Η έμμεση φορολογία, που επιβαρύνει την κατανάλωση, πλήττει δυσανάλογα όσους δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά. Έτσι, το κόστος ζωής αυξάνεται όχι μόνο λόγω των τιμών, αλλά και λόγω του τρόπου φορολόγησης.

Αγορά εργασίας: ευελιξία χωρίς αντίβαρα

Η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευελιξία, αλλά περιορισμένα αντίβαρα. Η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και οι χαμηλές αμοιβές σε συγκεκριμένους κλάδους δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η μισθολογική εξέλιξη παραμένει ασθενής.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αύξηση της ανεργίας. Σημαίνει, όμως, ότι η εργασία δεν εγγυάται πλέον την οικονομική ασφάλεια που παρείχε στο παρελθόν. Η σταθερότητα αντικαθίσταται από διαρκή προσαρμογή, με το ρίσκο να μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στον εργαζόμενο.

Ανισότητες μεταξύ κλάδων και κοινωνικών ομάδων

Το χάσμα κόστους ζωής και μισθών δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Κλάδοι με υψηλή ζήτηση ή διεθνή προσανατολισμό προσαρμόζουν ταχύτερα τις αποδοχές. Αντίθετα, τομείς που εξαρτώνται από την εσωτερική κατανάλωση ή από χαμηλής προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες μένουν πίσω.

Αυτό οδηγεί σε μια πολυεπίπεδη ανισότητα. Όχι μόνο μεταξύ υψηλών και χαμηλών εισοδημάτων, αλλά και μεταξύ επαγγελμάτων, ηλικιακών ομάδων και γεωγραφικών περιοχών. Η «Ελλάδα των δύο ταχυτήτων» δεν είναι ενιαία· αποτελεί σύνολο παράλληλων αποκλίσεων που ενισχύουν η μία την άλλη.

Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά στην ελληνική περίπτωση εμφανίζεται με μεγαλύτερη ένταση. Τα συγκριτικά δεδομένα της Ε.Ε. για εισοδήματα και συνθήκες ζωής, όπως αποτυπώνονται στα επίσημα στοιχεία του Eurostat (EU-SILC), δείχνουν ότι η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων επηρεάζεται δυσανάλογα σε χώρες όπου οι μισθολογικές προσαρμογές υστερούν σε σχέση με τον πληθωρισμό και το κόστος βασικών αγαθών. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο αυτό συνδυάζεται με υψηλό ποσοστό δαπανών για στέγη και κατανάλωση, γεγονός που συμπιέζει περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες. Η απόκλιση αυτή δεν αποτυπώνεται πάντα άμεσα στους γενικούς δείκτες, αλλά γίνεται εμφανής στην καθημερινή οικονομική συμπεριφορά των νοικοκυριών και στη σταδιακή αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης.

Γιατί το πρόβλημα δεν λύνεται με μεμονωμένα μέτρα

Η επιμονή του φαινομένου δείχνει ότι δεν πρόκειται για προσωρινή ανωμαλία. Ο συνδυασμός πληθωρισμού, δομικών αδυναμιών στην παραγωγικότητα, φορολογικής πίεσης και χαρακτηριστικών της αγοράς εργασίας δημιουργεί ένα πλαίσιο στο οποίο οι μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής.

Μεμονωμένες παρεμβάσεις, όπως εφάπαξ επιδόματα ή περιορισμένες αυξήσεις, μπορούν να ανακουφίσουν προσωρινά, αλλά δεν αλλάζουν τη βασική δυναμική. Το ζήτημα είναι συστημικό. Και ακριβώς γι’ αυτό, οι συνέπειές του ξεπερνούν την οικονομία και αγγίζουν την κοινωνική συνοχή και τη σχέση των πολιτών με το μέλλον.

Eris Locaj
Eris Locajhttps://newsio.org
Ο Eris Locaj είναι ιδρυτής και Editorial Director του Newsio, μιας ανεξάρτητης ψηφιακής πλατφόρμας ενημέρωσης με έμφαση στην ανάλυση διεθνών εξελίξεων, πολιτικής, τεχνολογίας και κοινωνικών θεμάτων. Ως επικεφαλής της συντακτικής κατεύθυνσης, επιβλέπει τη θεματολογία, την ποιότητα και τη δημοσιογραφική προσέγγιση των δημοσιεύσεων, με στόχο την ουσιαστική κατανόηση των γεγονότων — όχι απλώς την αναπαραγωγή ειδήσεων. Το Newsio ιδρύθηκε με στόχο ένα πιο καθαρό, αναλυτικό και ανθρώπινο μοντέλο ενημέρωσης, μακριά από τον θόρυβο της επιφανειακής επικαιρότητας.

Θέλετε κι άλλες αναλύσεις σαν αυτή;

«Στέλνουμε μόνο ό,τι αξίζει να διαβαστεί. Τίποτα παραπάνω.»

📩 Ένα email την εβδομάδα. Μπορείτε να διαγραφείτε όποτε θέλετε.
-- Επιλεγμένο περιεχόμενο. Όχι μαζικά newsletters.

Related Articles

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Μείνετε συνδεδεμένοι

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

Νεότερα άρθρα