Πίνακας περιεχομένου
Η κρίσιμη καμπή ΗΠΑ–ΝΑΤΟ: τι ραγίζει ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Ευρώπη, τι κερδίζει η Τεχεράνη και γιατί το αντιδυτικό μπλοκ παρακολουθεί με στρατηγική ικανοποίηση
Δεν μιλάμε πια για μια απλή διαφωνία συμμάχων. Μιλάμε για δοκιμασία συνοχής του ίδιου του δυτικού στρατηγικού πυρήνα.
Η σημερινή ένταση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε βασικές ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ δεν είναι ακόμη ένα επεισόδιο γκρίνιας για αμυντικές δαπάνες, εμπορικά ελλείμματα ή πολιτικό ύφος. Είναι κάτι πιο σοβαρό. Είναι η στιγμή όπου η Ουάσινγκτον ζητά έμπρακτη στρατηγική ευθυγράμμιση σε έναν πόλεμο που θεωρεί κρίσιμο, και σημαντικό μέρος της Ευρώπης απαντά με αεροπορικά “όχι”, με περιορισμούς σε βάσεις, με νομικές επιφυλάξεις και με πολιτική απόσταση.
Το Reuters κατέγραψε ότι η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία έσπρωξαν πίσω ορισμένες αμερικανικές στρατιωτικές κινήσεις που συνδέονταν με τον πόλεμο κατά του Ιράν, ενώ το ίδιο ρεπορτάζ περιγράφει τη ρήξη ως σοβαρή δοκιμασία μέσα στη συμμαχία.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η «κρίσιμη καμπή». Όχι απλώς στο ότι διαφωνούν. Αλλά στο ότι ΗΠΑ και Ευρώπη φαίνεται να λειτουργούν πλέον με διαφορετική θεωρία για το τι είναι συμμαχική υποχρέωση, τι είναι νόμιμο ρίσκο και ποιον ακριβώς οφείλει να αντιμετωπίσει αποφασιστικά η Δύση όταν απέναντί της έχει το ιρανικό καθεστώς.
Για τους Αμερικανούς της γραμμής Τραμπ, η ευρωπαϊκή επιφύλαξη μοιάζει με στρατηγική υπεκφυγή. Για πολλούς Ευρωπαίους, η αμερικανική απαίτηση μοιάζει με πίεση να γίνουν συνιδιοκτήτες ενός πολέμου που δεν σχεδίασαν και δεν εμπιστεύονται πλήρως.
Το επικίνδυνο είναι ότι αυτό το ρήγμα δεν μένει στο επίπεδο των δηλώσεων. Αγγίζει την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ, τον τρόπο που διαβάζουν οι αντίπαλοι την ενότητα της Δύσης, την ελευθερία ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, τις τιμές ενέργειας και τελικά την ίδια την έννοια της συλλογικής αποτροπής.
Για το ελληνικό γεωπολιτικό και ενεργειακό υπόβαθρο αυτής της σύγκρουσης, ταιριάζουν απολύτως τα εσωτερικά Newsio άρθρα Στενά του Ορμούζ: «Κλείσιμο» και διεθνείς επιπτώσεις, Γιατί ανεβαίνουν απότομα οι διεθνείς τιμές λόγω συγκρούσεων και Τραμπ, δασμοί και «πίεση» προς τη Δανία: τι σημαίνει για Ευρώπη, ΝΑΤΟ και οικονομία.
Το πρώτο μεγάλο ρήγμα: η Ουάσινγκτον ζητά αλληλεγγύη πολέμου, η Ευρώπη προσφέρει αλληλεγγύη χαμηλής έντασης.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ότι οι Ευρωπαίοι διαφωνούν ηθικά με τον πόλεμο. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι διαφωνούν επιχειρησιακά. Η Γαλλία μπλόκαρε υπερπτήσεις συγκεκριμένων αμερικανικών στρατιωτικών πτήσεων, η Ιταλία αρνήθηκε χρήση της Sigonella για ορισμένες αποστολές και η Ισπανία έκλεισε τον εναέριο χώρο της σε αμερικανικά αεροσκάφη που συνδέονται με τις επιθέσεις.
Αυτές δεν είναι ρητορικές διαφοροποιήσεις. Είναι χειροπιαστοί περιορισμοί πάνω στην ίδια την αρχιτεκτονική της πολεμικής υποστήριξης.
Από τη σκοπιά της Ουάσινγκτον, αυτό μοιάζει με αποτυχία της Ευρώπης να σταθεί στο ύψος μιας ιστορικής στιγμής. Από τη σκοπιά της Ευρώπης, μοιάζει με απόπειρα των ΗΠΑ να μετατρέψουν τη συμμαχία σε αυτόματο μηχανισμό επικύρωσης μιας σύγκρουσης που δεν συγκροτήθηκε από κοινού.
Αλλά εδώ αρχίζει η βαθύτερη ζημιά: όταν η συμμαχία σταματά να συμφωνεί ακόμη και πάνω στο τι απαιτεί το πλαίσιο της σύγκρουσης, οι αντίπαλοι δεν βλέπουν «δημοκρατική πολυφωνία». Βλέπουν ρωγμή.
Και όταν, πάνω σε αυτή τη ρωγμή, έρχεται και η άρνηση του Αμερικανού υπουργού Άμυνας να επαναβεβαιώσει καθαρά το Άρθρο 5, λέγοντας ουσιαστικά ότι η τελική βούληση ανήκει στον Τραμπ, τότε η κρίση παύει να είναι περιφερειακή. Γίνεται συστημική. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν οι Ευρωπαίοι θα βοηθήσουν στον πόλεμο με το Ιράν. Το πρόβλημα είναι τι ακριβώς ακούνε η Μόσχα, το Πεκίνο, η Πιονγκγιάνγκ και η Τεχεράνη όταν ο ίδιος ο αμερικανικός πυρήνας της συμμαχίας μιλά τόσο αμφίσημα για το θεμέλιο της συλλογικής άμυνας.
Το δεύτερο μεγάλο ρήγμα: η Ευρώπη θέλει να προστατεύσει το Ορμούζ χωρίς να γίνει συνιδιοκτήτης του πολέμου.
Αυτό είναι ίσως το πιο καθαρό σύμπτωμα της ευρωπαϊκής λογικής. Η Ευρώπη δεν λέει ότι δεν υπάρχει απειλή. Λέει ότι θέλει άλλου είδους απάντηση. Η Κάγια Κάλας μίλησε για διπλωματική λύση στο Ορμούζ και οι Γάλλοι προσέγγισαν δεκάδες χώρες για μια πιθανή μελλοντική αποστολή ασφαλείας στο Στενό. Δηλαδή, η Ευρώπη αναγνωρίζει το πρόβλημα, αναγνωρίζει το κόστος, αναγνωρίζει τον κίνδυνο. Αλλά προσπαθεί να αποσυνδέσει τη διαχείριση των συνεπειών από τη στρατιωτική ιδιοκτησία της σύγκρουσης.
Από αμερικανική σκοπιά, αυτή η στάση μοιάζει σχεδόν κυνική: θέλετε ανοιχτό Ορμούζ, χαμηλότερο πετρέλαιο, περιορισμένη ιρανική απειλή και σταθερή ναυσιπλοΐα, αλλά χωρίς να πληρώσετε το στρατηγικό κόστος της αναμέτρησης με το καθεστώς που ακριβώς τα απειλεί όλα αυτά. Από ευρωπαϊκή σκοπιά, όμως, η απάντηση είναι ότι η στρατηγική υπευθυνότητα δεν σημαίνει τυφλή προσκόλληση σε κάθε πολεμικό βήμα των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Αυτή είναι η σύγκρουση δύο ορισμών της ίδιας λέξης: «ευθύνη».
Το πρόβλημα για τη Δύση είναι ότι ο χρόνος δεν μένει ουδέτερος. Όσο οι σύμμαχοι μαλώνουν για το ποια ευθύνη είναι πιο νόμιμη, το Ιράν κερδίζει κάτι απτό: χώρο. Και σε περιόδους πολέμου, ο χώρος μεταφράζεται πάντα σε χρόνο, περιθώριο, διαπραγματευτική αξία και συμβολική αντοχή.
Τι κερδίζει η Τεχεράνη από αυτή την καμπή
Το πρώτο και άμεσο κέρδος της Τεχεράνης είναι η πολιτική νομιμοποίηση του ίδιου της του αφηγήματος. Όσο περισσότερο η Δύση εμφανίζεται διαιρεμένη, τόσο πιο εύκολα το καθεστώς μπορεί να πει στον δικό του πληθυσμό, αλλά και στον ευρύτερο μη δυτικό κόσμο, ότι δεν έχει απέναντί του έναν ενιαίο «ελεύθερο κόσμο», αλλά ένα στρατόπεδο με εσωτερικές αντιφάσεις, φόβους και περιορισμένη αντοχή. Η ευρωπαϊκή επιφύλαξη, από την ιρανική σκοπιά, δεν είναι ένδειξη ειρηνισμού. Είναι απόδειξη ότι η μέθοδος της πίεσης αποδίδει.
Το δεύτερο κέρδος είναι επιχειρησιακό. Ένα καθεστώς όπως της Τεχεράνης δεν χρειάζεται να «νικήσει» στρατιωτικά για να αποσπάσει στρατηγικό πλεονέκτημα. Αρκεί να αποδείξει ότι η άλλη πλευρά δυσκολεύεται να κρατήσει συνοχή. Κάθε αμερικανοευρωπαϊκή τριβή για βάσεις, αεροδιαδρόμους, νόμιμο πλαίσιο ή μελλοντικό ρόλο στο Ορμούζ επιτρέπει στην Τεχεράνη να σκέφτεται πως η πίεση στις θαλάσσιες ροές, στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και στους περιφερειακούς παίκτες δεν πέφτει στο κενό. Παράγει πολιτικό ρίγος μέσα στη Δύση.
Το τρίτο κέρδος είναι διπλωματικό. Όσο η Ευρώπη αποστασιοποιείται από την αμερικανική στρατιωτική γραμμή, το Ιράν μπορεί να προσπαθεί να σπάει το δυτικό μέτωπο και να ενθαρρύνει μια λογική «μισής απομόνωσης».
Δηλαδή: να παραμένει στόχος των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά όχι πλήρως αποκομμένο από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που εξακολουθούν να αναζητούν χώρο για συνομιλίες, αποκλιμάκωση και μεταπολεμική διαχείριση. Σε τέτοιες συγκυρίες, ακόμη και η μερική διάσπαση του αντιπάλου είναι κέρδος τεράστιας αξίας.
Για το πώς ακριβώς το καθεστώς μετατρέπει την εξωτερική πίεση σε αφήγημα επιβίωσης και στρατηγικής αντοχής, δένει ιδανικά και το εσωτερικό Newsio άρθρο Όταν ένα καθεστώς φοβάται τον αφανισμό: γιατί η Τεχεράνη εξάγει την κρίση.
Τι κερδίζει το αντιδυτικό μπλοκ — και γιατί η λέξη «μπλοκ» δεν είναι υπερβολή
Αν κάποιος κοιτάζει μόνο το Ιράν, χάνει τη μισή εικόνα. Η άλλη μισή είναι το πώς διαβάζουν αυτή την καμπή η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα. Δεν χρειάζεται να έχουν κοινή ιδεολογία για να έχουν κοινό στρατηγικό συμφέρον. Και το συμφέρον αυτό είναι απλό: κάθε ρωγμή ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη μειώνει την αποτρεπτική πυκνότητα της Δύσης.
Η Ρωσία κερδίζει πρωτίστως σε επίπεδο στρατηγικού κλίματος. Το Reuters μετέδωσε ότι η υπονόμευση της βεβαιότητας γύρω από το Άρθρο 5 μπορεί να ενθαρρύνει αντιπάλους όπως η Ρωσία. Αυτό δεν είναι θεωρητικό.
Για τη Μόσχα, το καλύτερο σενάριο δεν είναι να «νικήσει» η Τεχεράνη. Είναι να συνηθίσει η Ευρώπη στην ιδέα ότι η αμερικανική ομπρέλα δεν είναι αυτονόητη και ότι οι μεγάλες κρίσεις παράγουν πάντα δυτική ασυμφωνία. Μια τέτοια ψυχολογία είναι χρυσός για το Κρεμλίνο.
Η Κίνα κερδίζει σε δύο επίπεδα. Πρώτον, διπλωματικά. Το Reuters κατέγραψε ότι Πεκίνο και Ισλαμαμπάντ πρότειναν κοινή πενταμερή πρωτοβουλία για ειρήνη και επαναφορά της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Δηλαδή, όσο η Δύση μαλώνει για τη στρατιωτική γραμμή, η Κίνα εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη σταθεροποίησης, χωρίς να εγκαταλείπει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη.
Δεύτερον, χρηματοοικονομικά: το Reuters σημείωσε ότι διεθνείς τράπεζες είδαν τα κινεζικά assets ως σχετικό καταφύγιο ενώ ο πόλεμος με το Ιράν αύξανε τη μεταβλητότητα αλλού. Άρα το Πεκίνο κερδίζει και από την εικόνα και από τις ροές.
Η Βόρεια Κορέα κερδίζει κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου χρήσιμο: την ιδεολογική επιβεβαίωση ότι η αντιδυτική γραμμή μπορεί να παρουσιάζεται ως «αντίσταση στην ηγεμονία». Το Reuters μετέδωσε ότι η Πιονγκγιάνγκ χαρακτήρισε τις επιθέσεις κατά του Ιράν «παράνομη επιθετικότητα».
Αυτό δεν αλλάζει στρατιωτικά το πεδίο, αλλά ενισχύει το ευρύτερο αντιδυτικό αφήγημα που θέλει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους ως επιθετικό κέντρο του συστήματος και τους αυταρχικούς αντιπάλους τους ως δήθεν αμυνόμενους της κυριαρχίας. Σε έναν κόσμο πληροφορικού πολέμου, τέτοια αφηγήματα έχουν σημασία.
Η κρισιμότερη συνέπεια: η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει. Της αρκεί να αποδείξει ότι η Δύση δεν μπορεί να παραμείνει μία.
Αυτό είναι ίσως το κεντρικό στρατηγικό συμπέρασμα. Οι δυτικοί αναλυτές συχνά σκέφτονται με όρους «ποιος κερδίζει το πεδίο». Όμως καθεστώτα όπως της Τεχεράνης, και μαζί τους το ευρύτερο αντιδυτικό πλέγμα, σκέφτονται και με όρους ψυχολογικής φθοράς του αντιπάλου. Αν η Δύση εμφανιστεί ως στρατόπεδο που δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε για τα εργαλεία, ούτε για τους στόχους, ούτε για τα ρίσκα, τότε η αποτροπή της τραυματίζεται ακόμη κι αν στρατιωτικά υπερέχει.
Με αυτή τη λογική, η κρίσιμη καμπή ΗΠΑ–ΝΑΤΟ είναι βούτυρο στο ψωμί της Τεχεράνης. Γιατί της επιτρέπει να πει: «αντέχουμε, κρατάμε, διαιρούμε, πιέζουμε». Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η ευρωπαϊκή διστακτικότητα παύει να είναι μόνο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Γίνεται πολλαπλασιαστής αξίας για όλους όσοι θέλουν μια Δύση λιγότερο ενιαία, λιγότερο βέβαιη και λιγότερο ικανή να επιβάλει καθαρή στρατηγική βούληση.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν προστεθεί και η εσωτερική πίεση που δέχεται η Ευρώπη λόγω ενέργειας. Το Reuters ανέφερε ότι στη Γερμανία η εκτίναξη των τιμών καυσίμων τροφοδοτεί πολιτικές δυνάμεις που ζητούν επιστροφή σε ρωσική ενέργεια. Δηλαδή, η κρίση με το Ιράν δεν πλήττει μόνο τη συμμαχική συνοχή στην κορυφή. Πλήττει και την πολιτική συνοχή στις κοινωνικές βάσεις της Ευρώπης. Και εκεί ακριβώς η στρατηγική ζημιά βαθαίνει.
Το ισχυρό authority external link του άρθρου — και γιατί αυτό είναι το σωστό σημείο αναφοράς
Για το πιο καθαρό διεθνές σημείο αναφοράς πάνω στο ίδιο το ρήγμα ΗΠΑ–Ευρώπης, την επιχειρησιακή αποστασιοποίηση ευρωπαϊκών χωρών και τις συνέπειες αυτής της στάσης, το ισχυρότερο authority external link είναι το ρεπορτάζ του Reuters για το πώς η Ευρώπη σπρώχνει πίσω ορισμένες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις μέσα στον πόλεμο με το Ιράν: Europe pushes back on some U.S. military operations as concerns over Iran war mount. Το link αυτό στηρίζει τον βασικό άξονα του άρθρου: ότι η σημερινή κρίση δεν είναι θεωρητική αλλά ήδη ορατή σε βάσεις, αεροδιαδρόμους, εσωτερική συμμαχική καχυποψία και ευρύτερη δυτική κόπωση.
Το βαθύτερο μάθημα της στιγμής
Η σημερινή κρίσιμη καμπή δεν λέει μόνο κάτι για το Ιράν. Λέει κάτι για την ίδια τη Δύση. Δείχνει ότι μια συμμαχία μπορεί να είναι τεράστια σε όγκο ισχύος και ταυτόχρονα εύθραυστη στην πολιτική βούληση.
Δείχνει ότι το ΝΑΤΟ δεν δοκιμάζεται μόνο όταν πέφτουν ρωσικοί πύραυλοι στα ανατολικά του σύνορα, αλλά και όταν οι ΗΠΑ περιμένουν από την Ευρώπη να αποδείξει τι εννοεί όταν μιλά για κοινή ασφάλεια. Δείχνει επίσης ότι αντίπαλοι όπως η Τεχεράνη δεν χρειάζονται στρατιωτική ισοτιμία με τη Δύση για να της επιβάλουν πρόβλημα. Τους αρκεί να ξέρουν πού να χτυπήσουν πολιτικά, ενεργειακά και ψυχολογικά.
Αυτό είναι που παρακολουθούν με ικανοποίηση η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα. Όχι μόνο τον πόλεμο. Αλλά τη φθορά της δυτικής βεβαιότητας. Τη στιγμή που η Ευρώπη δεν ξέρει αν πρέπει να ακολουθήσει, να αντισταθεί, να μεσολαβήσει ή να περιμένει. Τη στιγμή που οι ΗΠΑ αφήνουν να αιωρείται ακόμη και το θεμέλιο της συλλογικής άμυνας. Τη στιγμή που η στρατηγική υπεροχή της Δύσης συγκρούεται με τη δική της δυσκολία να παραμείνει πολιτικά μία.
Τι πρέπει να κρατήσει ο αναγνώστης
Πρώτον, η κρίσιμη καμπή ΗΠΑ–ΝΑΤΟ δεν είναι αφηρημένη. Ήδη έχει φανεί σε ευρωπαϊκές αρνήσεις υπερπτήσεων, χρήσης βάσεων και επιχειρησιακής συμμετοχής στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Δεύτερον, η Τεχεράνη κερδίζει από αυτό χρόνο, αφήγημα, διαπραγματευτικό χώρο και την απόδειξη ότι η πίεση σε ενέργεια και ναυσιπλοΐα παράγει ρωγμές μέσα στη Δύση.
Τρίτον, η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα βλέπουν αντικειμενικό όφελος σε μια Δύση που εμφανίζεται λιγότερο βέβαιη, λιγότερο ενωμένη και πιο ευάλωτη στην πολιτική κόπωση.
Και τέταρτον, η ουσία της στιγμής είναι η εξής: αν η Δύση δεν μπορεί να κρατήσει συνοχή απέναντι σε μια τόσο καθαρή πηγή περιφερειακής αστάθειας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο το Ιράν. Είναι η ίδια η δυσκολία της Δύσης να λειτουργήσει ως ενιαίο στρατηγικό σώμα σε μια εποχή πολλαπλών αντιπάλων.


