Πίνακας περιεχομένου
Το ρεπορτάζ μέσα στη Χεζμπολάχ δεν δείχνει μόνο μια οργάνωση — δείχνει ένα κράτος που παλεύει να υπάρξει
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο σε ένα ρεπορτάζ από περιοχές επιρροής της Χεζμπολάχ στον Λίβανο δεν είναι πάντα το όπλο, η αφίσα ή το σύνθημα. Είναι η αίσθηση ότι το κράτος υπάρχει κάπου μακριά, ενώ η καθημερινή ισχύς, ο φόβος, η προστασία, η σιωπή και η απόφαση πολέμου περνούν μέσα από άλλους μηχανισμούς.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα. Ο Λίβανος δεν αντιμετωπίζει απλώς μια ένοπλη οργάνωση. Αντιμετωπίζει το θεμελιώδες ερώτημα της κρατικής του ύπαρξης: ποιος αποφασίζει για την ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική, την ειρήνη και τον πόλεμο; Η Βηρυτός ή μια παρακρατική δύναμη που λειτουργεί με δικό της στρατιωτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό σύστημα;
Το ρεπορτάζ από περιοχές όπως η Μπεκάα και το Μπααλμπέκ δεν καταγράφει μόνο υποστήριξη προς τη Χεζμπολάχ. Καταγράφει το βαθύτερο πρόβλημα ενός κράτους που έχασε επί δεκαετίες κρίσιμα κομμάτια της κυριαρχίας του. Εκεί όπου το κράτος δεν παρέχει ασφάλεια, υπηρεσίες και εμπιστοσύνη, η Χεζμπολάχ δεν εμφανίζεται απλώς ως πολιτοφυλακή. Εμφανίζεται ως αντικατάστατο κράτους.
Το πρώτο σήμα: οι αφίσες, οι «μάρτυρες» και η επικράτεια της μνήμης
Στην αρχή του ρεπορτάζ, η είσοδος σε «περιοχή της Χεζμπολάχ» σηματοδοτείται από τεράστιες αφίσες μαρτύρων, ηγετών και συμβόλων. Αυτή η εικόνα έχει σημασία. Δεν είναι απλή τοπική διακόσμηση. Είναι χαρτογράφηση εξουσίας.
Οι αφίσες λένε στον επισκέπτη και στον κάτοικο ποιος κυριαρχεί στο πεδίο. Ποιος ορίζει τη μνήμη. Ποιος διαθέτει τους νεκρούς ως πολιτικό κεφάλαιο. Ποιος μετατρέπει τον δρόμο σε ιδεολογικό διάδρομο.
Η Χεζμπολάχ δεν χρειάζεται να έχει στρατιώτη σε κάθε γωνία για να δείχνει την παρουσία της. Αρκεί να έχει σύμβολα, κοινωνικά δίκτυα, μνήμη, φόβο και την ικανότητα να κάνει τον άνθρωπο να αυτολογοκρίνεται πριν σηκώσει κάμερα.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνει το ρεπορτάζ όταν αναφέρει ότι η ομάδα πρέπει να είναι «πιο προσεκτική» επειδή οι άνθρωποι της περιοχής δεν βλέπουν φιλικά την ανεξέλεγκτη φωτογράφιση και βιντεοσκόπηση. Η ισχύς φαίνεται στη στιγμή που ο επισκέπτης προσαρμόζει τη συμπεριφορά του χωρίς να χρειαστεί επίσημη εντολή.
Το κράτος-σκιά αρχίζει εκεί όπου λείπει το κράτος
Το πιο ισχυρό σημείο του ρεπορτάζ δεν βρίσκεται στην πολεμική εικόνα. Βρίσκεται στη φράση ότι η Χεζμπολάχ απέκτησε βάρος επειδή οι κρατικές υπηρεσίες ήταν ανύπαρκτες ή ανεπαρκείς. Εκεί όπου το κράτος δεν φτάνει, κάποιος άλλος φτάνει πρώτος.
Αυτό δεν δικαιώνει τη Χεζμπολάχ. Εξηγεί το έδαφος πάνω στο οποίο ρίζωσε.
Όταν μια κοινότητα αισθάνεται περιθωριοποιημένη, ανασφαλής και εγκαταλελειμμένη, μια ένοπλη οργάνωση μπορεί να εμφανιστεί ως προστάτης, πάροχος, διαμεσολαβητής και μηχανισμός ταυτότητας. Μπορεί να δώσει χρήματα, τρόφιμα, υπηρεσίες, ασφάλεια και μια αίσθηση αξιοπρέπειας. Το τίμημα, όμως, είναι βαρύ: η κοινωνία λαμβάνει προστασία, αλλά χάνει πολιτική ελευθερία.
Ο Λίβανος ζει αυτή την αντίφαση για δεκαετίες. Η Χεζμπολάχ δεν είναι απλώς ένα ένοπλο σώμα δίπλα στο κράτος. Είναι ένα σύστημα που μεγάλωσε μέσα στα κενά του κράτους.
Γι’ αυτό το Newsio έχει ήδη επισημάνει ότι ο Λίβανος βρίσκεται σε νέα φάση, όπου η Χεζμπολάχ αντιμετωπίζεται πιο καθαρά ως πρόβλημα κρατικής κυριαρχίας και περιφερειακής πίεσης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι θεσμικό, κοινωνικό και γεωπολιτικό μαζί.
Η παλιά πληγή του Λιβάνου: ένας ξένος πόλεμος πάνω σε κυρίαρχο έδαφος
Το ρεπορτάζ γυρίζει πίσω στον λιβανικό εμφύλιο και στις συμφωνίες που επέτρεψαν σε παλαιστινιακές ένοπλες οργανώσεις να επιχειρούν από τον Λίβανο. Η φράση που ξεχωρίζει είναι αμείλικτη: όταν επιτρέπεις σε κάποιον να πολεμά έναν πόλεμο που δεν είναι ο εθνικός σου πόλεμος πάνω στο κυρίαρχο έδαφός σου, ανοίγεις την πόρτα στην αποσύνθεση της κυριαρχίας.
Αυτό είναι το μοτίβο που επανέρχεται σήμερα με τη Χεζμπολάχ.
Ο Λίβανος έχει ξαναζήσει το βάρος ένοπλων δυνάμεων που χρησιμοποιούν το έδαφός του για ευρύτερες συγκρούσεις. Κάθε φορά, το τίμημα πληρώνεται από τον άμαχο πληθυσμό, την οικονομία, τις υποδομές, τις κοινότητες και την ίδια την ιδέα του κράτους.
Η Χεζμπολάχ παρουσιάζει τα όπλα της ως ασπίδα απέναντι στο Ισραήλ. Όμως η αντίθετη ανάγνωση γίνεται όλο και ισχυρότερη μέσα στον ίδιο τον Λίβανο: τα όπλα αυτά δεν προστατεύουν απλώς τη χώρα. Την καθιστούν μόνιμη πλατφόρμα ενός πολέμου που δεν αποφασίζεται πλήρως από το λιβανικό κράτος.
Η Σύμβαση του ΟΗΕ δεν αφήνει αυτό το ζήτημα ασαφές. Το ψήφισμα 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας ζητά να μην υπάρχουν όπλα και εξουσία στον Λίβανο χωρίς τη συγκατάθεση της κυβέρνησης και στηρίζει τη λογική κρατικού ελέγχου στο νότιο τμήμα της χώρας.
Η UNIFIL περιγράφει την αποστολή της ως υποστήριξη προς τις Λιβανικές Ένοπλες Δυνάμεις για μια περιοχή ανάμεσα στη Blue Line και τον ποταμό Λιτάνι χωρίς ένοπλο προσωπικό, μέσα και όπλα πέραν της κυβέρνησης του Λιβάνου και της UNIFIL.
Μπααλμπέκ: πολιτισμός, φόβος και ένοπλη κανονικότητα
Το Μπααλμπέκ είναι ένα από τα πιο δυνατά σύμβολα του ρεπορτάζ. Από τη μία πλευρά, διαθέτει ένα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά τοπία της Ανατολικής Μεσογείου. Από την άλλη, εμφανίζεται μέσα στο βίντεο ως χώρος αφισών, φόβου, πιθανών drone strikes, πολιτικής ταύτισης και ένοπλης κανονικότητας.
Αυτή η αντίθεση είναι ολόκληρος ο Λίβανος σε ένα κάδρο.
Μια χώρα με ιστορία, πολιτισμό, τουρισμό, αστική μνήμη, κοσμοπολιτισμό και κοινωνική πολυπλοκότητα ζει δίπλα σε μια πραγματικότητα όπου ένα εστιατόριο, ένας πολιτιστικός χώρος ή ένας αρχαιολογικός περίπατος μπορούν να συνυπάρχουν με τον ήχο μιας έκρηξης λίγα μέτρα πιο πέρα.
Η φράση του τοπικού συνομιλητή ότι οι επιθέσεις δεν αλλάζουν τη ζωή του αποτυπώνει κάτι βαθύτερο από αδιαφορία. Αποτυπώνει την κανονικοποίηση του μη φυσιολογικού. Όταν ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει με τον κίνδυνο ως καθημερινό θόρυβο, το κράτος έχει ήδη χάσει ένα κρίσιμο μέρος της αποστολής του: την ικανότητα να κάνει την ασφάλεια κανονικότητα.
Η Χεζμπολάχ ως «αντίσταση» και ως σύστημα ομηρίας
Ο υποστηρικτής της Χεζμπολάχ στο ρεπορτάζ δεν μιλά με τη γλώσσα ενός ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του μέλος εγκληματικής μηχανής. Μιλά με τη γλώσσα της αντίστασης, της μνήμης, του φόβου και της ιστορικής πληγής. Λέει ότι οι άνθρωποι σκοτώθηκαν, ότι οικογένειες χτυπήθηκαν, ότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη πως ο Λίβανος θα προστατευτεί αν η Χεζμπολάχ παραδώσει τα όπλα.
Αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα, όχι με καρικατούρα.
Η Χεζμπολάχ δεν επιβιώνει μόνο επειδή έχει όπλα. Επιβιώνει επειδή έχει αφήγημα. Έχει κοινωνική βάση. Έχει μνήμη. Έχει οικογένειες νεκρών. Έχει πραγματικούς φόβους πάνω στους οποίους χτίζει πολιτική νομιμοποίηση.
Όμως η ύπαρξη φόβου δεν λύνει το πρόβλημα κυριαρχίας. Το κάνει πιο δύσκολο. Αν κάθε κοινότητα που φοβάται εξωτερική απειλή κρατά δική της ένοπλη ισχύ, τότε το κράτος παύει να είναι κράτος και γίνεται γεωγραφική σύμπτωση ένοπλων φόβων.
Εδώ ακριβώς σπάει ο μύθος. Η αντίσταση μπορεί να γεννήθηκε ως απάντηση σε πραγματικές ιστορικές συνθήκες. Όταν όμως διατηρεί στρατό, οικονομία, πολιτική επιρροή, ιδεολογία και δυνατότητα πολέμου έξω από πλήρη κρατικό έλεγχο, μετατρέπεται σε μηχανισμό ομηρίας.
Το κρίσιμο εύρημα: «δεν είναι κυρίως η τρομοκρατία — είναι η αρπαγή του κράτους»
Το πιο σημαντικό σημείο του transcript βρίσκεται κοντά στο τέλος. Ένας συνομιλητής λέει ότι το κύριο πρόβλημα δεν είναι μόνο η «τρομοκρατία», αλλά η «αρπαγή του κράτους»: η αρπαγή αποφάσεων, εξωτερικής πολιτικής, διπλωματικών σχέσεων και κυριαρχίας.
Αυτή είναι η φράση-κλειδί.
Το ερώτημα για τη Χεζμπολάχ δεν περιορίζεται στο αν οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο ή η ΕΕ τη χαρακτηρίζουν τρομοκρατική οργάνωση ή μέρος της ως τέτοιο. Οι ΗΠΑ διατηρούν τον μηχανισμό Foreign Terrorist Organizations για τέτοιους χαρακτηρισμούς, ενώ η ΕΕ έχει προσθέσει τη στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ στη δική της λίστα τρομοκρατικών οντοτήτων από το 2013.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι λιβανικό: μπορεί μια χώρα να έχει ενιαία εξωτερική πολιτική όταν μια ένοπλη παράταξη αποφασίζει μόνη της πότε θα ανοίξει μέτωπο; Μπορεί να έχει ενιαία ασφάλεια όταν το κράτος δεν έχει το μονοπώλιο των όπλων; Μπορεί να διαπραγματευτεί ειρήνη όταν μια οργάνωση έχει veto στο πεδίο;
Αυτό είναι το πραγματικό επίκεντρο. Όχι η αφηρημένη ταμπέλα. Η πρακτική κυριαρχία.
Η Χεζμπολάχ ως «κράτος μέσα στο κράτος»
Το Council on Foreign Relations περιγράφει τη Χεζμπολάχ ως σιιτικό πολιτικό κόμμα και ένοπλη οργάνωση στον Λίβανο, με φήμη «κράτους μέσα στο κράτος» και βαθιά σχέση με το Ιράν. Αυτή η διατύπωση εξηγεί γιατί η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην έννοια της οργάνωσης. Η Χεζμπολάχ δεν είναι μόνο κόμμα, μόνο πολιτοφυλακή, μόνο κοινωνικό δίκτυο ή μόνο περιφερειακό proxy. Είναι υβρίδιο.
Ακριβώς αυτό το υβρίδιο φαίνεται στο ρεπορτάζ.
Υπάρχουν αφίσες ηγετών. Υπάρχουν αναφορές σε σχολεία και supermarkets. Υπάρχει τοπική ασφάλεια. Υπάρχει στήριξη σε περιοχές με ανύπαρκτες κρατικές υπηρεσίες. Υπάρχει πολιτιστική παρουσία. Υπάρχει τραύμα από ισραηλινές επιθέσεις. Υπάρχει ιδεολογία αντίστασης. Υπάρχει φόβος. Υπάρχει και η διαρκής σκιά του Ιράν.
Αυτό δεν είναι απλή παραστρατιωτική παρουσία. Είναι κοινωνικό οικοσύστημα εξουσίας.
Και όταν ένα τέτοιο οικοσύστημα εγκαθίσταται, ο αφοπλισμός δεν είναι τεχνική διαδικασία. Είναι ανακατασκευή κράτους.
Το Ιράν δεν είναι φόντο — είναι ο στρατηγικός αρχιτέκτονας
Το ρεπορτάζ αναφέρει αφίσες του Αγιατολάχ Χαμενεΐ και του Κασέμ Σουλεϊμανί στον δρόμο προς περιοχές επιρροής της Χεζμπολάχ. Αυτή η εικόνα είναι γεωπολιτικό κείμενο.
Δεν δείχνει απλώς θρησκευτική ή πολιτική συμπάθεια. Δείχνει ταυτότητα στρατηγικού στρατοπέδου. Δείχνει ότι η Χεζμπολάχ δεν αυτοπροσδιορίζεται μόνο ως λιβανική δύναμη. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο άξονα, όπου η Τεχεράνη λειτουργεί ως κέντρο ιδεολογικής, στρατιωτικής και οικονομικής βαρύτητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε υποστηρικτής της Χεζμπολάχ είναι πράκτορας του Ιράν. Σημαίνει όμως ότι η οργάνωση έχει δομική σχέση με την ιρανική στρατηγική. Και αυτή η σχέση μεταφέρει στον Λίβανο συνέπειες που ξεπερνούν τα λιβανικά σύνορα.
Το Newsio έχει ήδη αναλύσει πώς η Χεζμπολάχ αποτελεί κρίσιμο τμήμα του δικτύου που συνδέει το καθεστώς της Τεχεράνης με ένοπλες οργανώσεις και περιφερειακούς proxies. Στο λιβανικό πεδίο, αυτό μεταφράζεται σε απλό αλλά σκληρό αποτέλεσμα: η Βηρυτός συχνά πληρώνει για αποφάσεις που κουμπώνουν σε στρατηγικές ανάγκες της Τεχεράνης.
Η κυβέρνηση του Λιβάνου δεν μιλά πια όπως παλιά
Η νέα φάση διαφέρει επειδή η ίδια η κυβέρνηση του Λιβάνου έχει αρχίσει να μιλά πιο ανοιχτά για το πρόβλημα. Το Reuters μετέδωσε τον Μάρτιο του 2026 ότι η κυβέρνηση του Λιβάνου απαγόρευσε στρατιωτικές δραστηριότητες της Χεζμπολάχ μετά την εκτόξευση πυρών κατά του Ισραήλ, ενώ ο πρωθυπουργός Ναουάφ Σαλάμ κάλεσε την οργάνωση να παραδώσει τα «παράνομα» όπλα της στο κράτος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βηρυτός μπορεί εύκολα να επιβάλει την απόφασή της. Δεν σημαίνει ότι ο αφοπλισμός είναι άμεσος. Δεν σημαίνει ότι ο Λίβανος έχει ξαφνικά αποκτήσει πλήρες μονοπώλιο ισχύος.
Σημαίνει όμως ότι το πολιτικό λεξιλόγιο αλλάζει.
Για χρόνια, μεγάλο μέρος του λιβανικού συστήματος ζούσε μέσα σε αναγκαστικές ισορροπίες, φόβο εμφύλιας ρήξης και συμβιβασμούς με την πραγματική δύναμη της Χεζμπολάχ. Τώρα, η γλώσσα της κρατικής κυριαρχίας γίνεται πιο δημόσια, πιο αιχμηρή και πιο δύσκολο να μαζευτεί.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η γλώσσα θα γίνει πολιτική πράξη ή αν θα μείνει τελετουργία αυτοάμυνας ενός κράτους που ακόμη φοβάται να συγκρουστεί με το παρακράτος.
Ο αφοπλισμός ως εθνική ανασυγκρότηση, όχι απλή στρατιωτική εντολή
Το Reuters μετέδωσε επίσης ότι η Χεζμπολάχ απέρριψε σχέδιο αφοπλισμού και κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα τεσσάρων μηνών, ενώ η κυβέρνηση επιδιώκει να φέρει όλα τα όπλα υπό κρατικό έλεγχο. Η οργάνωση παρουσίασε την πίεση για αφοπλισμό ως απειλή για την ασφάλεια και ως κίνηση που εξυπηρετεί το Ισραήλ.
Αυτή είναι η βασική μάχη του αφηγήματος.
Για τη Χεζμπολάχ, τα όπλα είναι εγγύηση ασφάλειας. Για τους αντιπάλους της, τα όπλα είναι η απόδειξη ότι ο Λίβανος δεν είναι πλήρες κράτος. Για τη διεθνή κοινότητα, τα όπλα είναι μόνιμος παράγοντας αποσταθεροποίησης. Για πολλούς πολίτες, είναι ταυτόχρονα φόβος και ασπίδα, ανάλογα με την κοινότητα, την εμπειρία και τη γεωγραφία.
Ο αφοπλισμός, λοιπόν, δεν είναι μια απλή στρατιωτική εντολή. Είναι κοινωνικό συμβόλαιο που πρέπει να ξαναγραφτεί. Το κράτος πρέπει να πείσει ότι μπορεί να προστατεύσει. Η κοινωνία πρέπει να πιστέψει ότι δεν θα μείνει εκτεθειμένη. Η Χεζμπολάχ πρέπει να χάσει το επιχείρημα ότι είναι η μόνη δύναμη που εγγυάται επιβίωση. Και οι εξωτερικοί παίκτες πρέπει να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τον Λίβανο ως πεδίο μηνυμάτων.
Χωρίς αυτά, το αίτημα αφοπλισμού παραμένει σωστό στην αρχή, αλλά δύσκολο στην εφαρμογή.
Η σύγκρουση δεν είναι μόνο Ισραήλ–Χεζμπολάχ
Το ρεπορτάζ τονίζει ότι μετά την 7η Οκτωβρίου η Χεζμπολάχ άρχισε να εκτοξεύει ρουκέτες προς το βόρειο Ισραήλ, συνδέοντας τον Λίβανο με τη σύγκρουση που ξεκίνησε από τη Γάζα. Αυτή η στιγμή είναι καθοριστική, επειδή επαναφέρει το διαχρονικό πρόβλημα: ο Λίβανος σύρεται σε πόλεμο μέσα από αποφάσεις που δεν λαμβάνονται από το κράτος ως ενιαίο πολιτικό σώμα.
Αυτό δεν διαγράφει την ευθύνη του Ισραήλ για πλήγματα, καταστροφές, αμάχους και στρατιωτική κλιμάκωση. Η πραγματικότητα στο πεδίο είναι βαριά. Το Reuters μετέδωσε στις 3 Μαΐου 2026 ότι ο ισραηλινός στρατός κάλεσε κατοίκους νότιου Λιβάνου να απομακρυνθούν εν μέσω επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ, επικαλούμενος παραβίαση της εκεχειρίας από την οργάνωση.
Όμως η ισραηλινή στρατιωτική πίεση δεν αναιρεί το λιβανικό ερώτημα. Το κάνει ακόμη πιο επείγον. Αν μια οργάνωση ανοίγει ή συντηρεί μέτωπο και ολόκληρος ο Λίβανος δέχεται τις συνέπειες, τότε το πρόβλημα κυριαρχίας γίνεται υπαρξιακό.
Η χώρα δεν μπορεί να ζει με δύο στρατηγικές βουλές. Δεν μπορεί να έχει κυβέρνηση που ζητά ειρήνη και οργάνωση που επιλέγει κλιμάκωση. Δεν μπορεί να ζητά διεθνή στήριξη και ταυτόχρονα να εμφανίζεται ανίκανη να ελέγξει την πολεμική απόφαση μέσα στα σύνορά της.
Η Χεζμπολάχ έχει αποδυναμωθεί, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί
Ένα λάθος θα ήταν να παρουσιαστεί η Χεζμπολάχ ως αλώβητη. Ένα άλλο λάθος θα ήταν να παρουσιαστεί ως τελειωμένη. Και τα δύο παραμορφώνουν την πραγματικότητα.
Το Reuters μετέδωσε ότι η Χεζμπολάχ έχει υποστεί βαριές απώλειες στη μάχη να αντιστρέψει την κατάσταση, ότι οι ενέργειές της έχουν εντείνει την εσωτερική αντίθεση στον Λίβανο και ότι η ηγεσία της χώρας υποστηρίζει ειρηνικό αφοπλισμό και διαπραγματεύσεις, ενώ η οργάνωση παραμένει αντίθετη στον αφοπλισμό.
Αυτό δείχνει μια οργάνωση πιεσμένη, όχι εξαφανισμένη.
Η Χεζμπολάχ μπορεί να έχει χάσει στρατιωτική ισχύ, ηγετικά στελέχη, πολιτικό κύρος και μέρος του μύθου της ανίκητης «αντίστασης». Όμως το κοινωνικό της αποτύπωμα, η ιδεολογία της, οι δομές της και η σχέση της με το Ιράν δεν εξαφανίζονται επειδή μειώθηκε η επιχειρησιακή της ισχύς.
Το ίδιο το ρεπορτάζ καταλήγει σε μια ψυχρή παρατήρηση: ακόμη κι αν η οργάνωση εξαφανιστεί ως όνομα, η αντι-ισραηλινή και αντι-αμερικανική ιδεολογία της αντίστασης δεν θα φύγει εύκολα.
Αυτό είναι σωστό. Και γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική.
Η ιδεολογία επιβιώνει όταν το κράτος δεν κερδίζει την εμπιστοσύνη
Μια οργάνωση μπορεί να αποδυναμωθεί στρατιωτικά και να επιβιώσει πολιτικά. Μπορεί να χάσει αποθήκες όπλων, αλλά να κρατήσει αφήγημα. Μπορεί να χάσει στελέχη, αλλά να διατηρήσει κοινωνικά δίκτυα. Μπορεί να δεχθεί χτυπήματα, αλλά να εμφανιστεί ξανά ως προστάτης αν το κράτος δεν γεμίσει το κενό.
Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα από περιοχές όπως η Μπεκάα και το Μπααλμπέκ. Η Χεζμπολάχ δεν είναι μόνο προϊόν πολέμου. Είναι προϊόν κρατικής αποτυχίας, περιθωριοποίησης, φόβου, ταυτότητας, εξωτερικής στήριξης και γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Αν το κράτος του Λιβάνου θέλει να ανακτήσει την κυριαρχία του, δεν αρκεί να λέει «παραδώστε τα όπλα». Πρέπει να γίνει πιο αξιόπιστο από την οργάνωση. Πρέπει να προσφέρει ασφάλεια χωρίς σεχταρισμό, υπηρεσίες χωρίς πελατειακή εξάρτηση, δικαιοσύνη χωρίς φόβο και εθνική ταυτότητα που να χωρά όλες τις κοινότητες.
Χωρίς αυτή την ανασυγκρότηση, κάθε κενό θα ξαναγεμίσει από κάποιον που προσφέρει προστασία με αντάλλαγμα υπακοή.
Το δίλημμα της Βηρυτού: σύγκρουση ή παράλυση
Η Βηρυτός βρίσκεται μπροστά σε δύο κινδύνους.
Αν κινηθεί πολύ απότομα, μπορεί να προκαλέσει εσωτερική σύγκρουση. Η μνήμη του λιβανικού εμφυλίου δεν είναι θεωρητική. Είναι τραύμα που εξακολουθεί να καθορίζει πολιτικές συμπεριφορές.
Αν δεν κινηθεί, όμως, αποδέχεται την παράλυση. Αποδέχεται ότι το κράτος δεν έχει τελικό λόγο στην ασφάλεια. Αποδέχεται ότι μια ένοπλη παράταξη μπορεί να αποφασίζει για όλους. Αποδέχεται ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας μπορεί να κρατείται όμηρος από ένα δίκτυο ισχύος που συνδέεται με άλλη πρωτεύουσα.
Αυτό είναι το τραγικό δίλημμα του Λιβάνου. Η σύγκρουση μπορεί να διαλύσει. Η αδράνεια διαλύει αργά.
Γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να είναι ούτε εμφύλια επιβολή ούτε αιώνια αναβολή. Πρέπει να είναι σταδιακή αλλά αληθινή αποκατάσταση κρατικής κυριαρχίας. Ο στρατός, οι θεσμοί, η διεθνής στήριξη και οι εσωτερικές κοινότητες πρέπει να κινηθούν προς μια κοινή αρχή: κανένα όπλο έξω από το κράτος.
Το ρεπορτάζ δείχνει την καθημερινότητα της ομηρίας
Το σημαντικό στο βίντεο δεν είναι ότι δείχνει «τρομοκράτες στους δρόμους». Αντίθετα, ένα από τα πιο χρήσιμα σημεία του είναι ότι δείχνει φυσιολογικούς ανθρώπους, φαγητό, πολιτιστικές συζητήσεις, αρχαιολογικούς χώρους, γέλιο, κανονικότητα.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή του.
Η ομηρία ενός κράτους δεν μοιάζει πάντα με ταινία πολέμου. Μπορεί να μοιάζει με καθημερινή ζωή δίπλα σε αφίσες μαρτύρων, με φαγητό δίπλα σε βομβαρδισμένο κτίριο, με πολιτιστικό club απέναντι από ιρανική σημαία, με ανθρώπους που λένε ότι οι επιθέσεις γύρω τους «δεν αλλάζουν τη ζωή τους».
Η κανονικότητα δεν σημαίνει απουσία προβλήματος. Μερικές φορές είναι η πιο καθαρή απόδειξη ότι το πρόβλημα έχει γίνει περιβάλλον.
Όταν μια κοινωνία συνηθίζει να ζει μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελευθερία της δεν χάνεται πάντα με μία θεαματική πράξη. Χάνεται λίγο-λίγο, μέσα από προσαρμογές, σιωπές, φόβους και συμβιβασμούς.
Η «αντίσταση» δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτεία
Η έννοια της αντίστασης έχει ιστορική βαρύτητα στον Λίβανο. Δεν μπορεί να διαγραφεί με απλοϊκό τρόπο. Η ισραηλινή κατοχή, οι προηγούμενοι πόλεμοι, οι απώλειες και οι κοινότητες που αισθάνθηκαν εγκαταλελειμμένες δημιούργησαν πραγματικό κοινωνικό υπόστρωμα για τη Χεζμπολάχ.
Αλλά η ιστορική προέλευση δεν είναι αιώνια άδεια.
Μια οργάνωση μπορεί να γεννηθεί ως απάντηση σε μια κατοχή και να εξελιχθεί σε πρόβλημα κυριαρχίας. Μπορεί να ξεκινήσει ως μηχανισμός προστασίας και να γίνει μηχανισμός ελέγχου. Μπορεί να αποκτήσει κοινωνική νομιμοποίηση και μετά να τη χρησιμοποιήσει για να κρατά μια χώρα δεμένη σε στρατηγικές που δεν αποφασίζει η ίδια.
Αυτό είναι το σημείο όπου η «αντίσταση» παύει να απαντά στα ερωτήματα του σήμερα. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι ήταν η Χεζμπολάχ το 1982 ή το 2006. Είναι τι κάνει σήμερα στο λιβανικό κράτος.
Και η απάντηση είναι βαριά: το εμποδίζει να αποκτήσει πλήρη κυριαρχία.
Η διεθνής διάσταση: ο Λίβανος ως κόμβος μεγαλύτερης κρίσης
Η Χεζμπολάχ δεν είναι απλώς λιβανικό ζήτημα επειδή η δράση της επηρεάζει ολόκληρη την περιφερειακή αρχιτεκτονική. Η κλιμάκωση από τον Λίβανο προς το Ισραήλ, η σχέση με το Ιράν, η στάση των ΗΠΑ, η πίεση στον Κόλπο και η ευρύτερη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δένουν σε ένα ενιαίο πλαίσιο.
Το Newsio έχει ήδη δείξει, στην ανάλυση για την κλιμάκωση από Τεχεράνη και Βηρυτό μέχρι τον Κόλπο, ότι η Χεζμπολάχ δεν λειτουργεί ως απλό συμπληρωματικό μέτωπο. Αποτελεί βαριά μεταβλητή σε μια περιφερειακή κρίση όπου κάθε μέτωπο μπορεί να επηρεάσει το άλλο.
Αυτό σημαίνει ότι ο Λίβανος δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί τη Χεζμπολάχ μόνο εσωτερικό θέμα. Όταν η οργάνωση λειτουργεί ως μέρος ευρύτερου ιρανικού συστήματος πίεσης, τότε οι αποφάσεις της επηρεάζουν την ασφάλεια του Ισραήλ, τις επιλογές της Ουάσινγκτον, τους υπολογισμούς της Τεχεράνης, την ενεργειακή σταθερότητα και την ευρωπαϊκή ανησυχία για νέα περιφερειακή ανάφλεξη.
Ο Λίβανος δεν είναι μόνο σκηνή. Είναι κόμβος.
Η παραπληροφόρηση αρχίζει όταν όλα γίνονται καρικατούρα
Η συζήτηση για τη Χεζμπολάχ συχνά πέφτει σε δύο παγίδες.
Η πρώτη παγίδα την παρουσιάζει μόνο ως «αντίσταση», αγνοώντας την παρακρατική της ισχύ, τη σχέση με το Ιράν, τις επιθέσεις, τις διεθνείς τρομοκρατικές καταχωρίσεις και την ομηρία του λιβανικού κράτους.
Η δεύτερη παγίδα την παρουσιάζει μόνο ως συμμορία χωρίς κοινωνικό υπόβαθρο, αγνοώντας τους λόγους για τους οποίους ρίζωσε σε συγκεκριμένες κοινότητες, περιοχές και ιστορικές εμπειρίες.
Και οι δύο αναγνώσεις είναι ανεπαρκείς.
Η αλήθεια είναι πιο δύσκολη: η Χεζμπολάχ είναι ταυτόχρονα κοινωνικός μηχανισμός, ένοπλη δύναμη, πολιτικό κόμμα, ιδεολογική κοινότητα, ιρανικός στρατηγικός βραχίονας και πρόβλημα κυριαρχίας για τον Λίβανο. Όποιος κρατά μόνο ένα από αυτά, δεν βλέπει ολόκληρη τη μηχανή.
Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει η σοβαρή δημοσιογραφία: να μη διαλέγει την εύκολη πλευρά του πλάνου, αλλά να δείχνει το σύστημα.
Το τελικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει για τον Λίβανο;
Στο τέλος, όλα επιστρέφουν σε μία ερώτηση.
- Ποιος αποφασίζει για τον Λίβανο;
- Αν αποφασίζει η κυβέρνηση, τότε τα όπλα πρέπει να ανήκουν στο κράτος.
- Αν αποφασίζει ο στρατός, τότε πρέπει να υπάρχει ένας στρατός, όχι πολλαπλές ένοπλες ισχύες.
- Αν αποφασίζει ο λαός, τότε καμία κοινότητα δεν μπορεί να σύρει όλες τις άλλες σε πόλεμο.
Αν όμως αποφασίζει μια ένοπλη οργάνωση που λογοδοτεί σε δικό της δίκτυο, δική της ιδεολογία και δική της περιφερειακή στρατηγική, τότε ο Λίβανος δεν είναι πλήρες κράτος. Είναι κράτος υπό αίρεση.
Το ρεπορτάζ μέσα στα εδάφη της Χεζμπολάχ δείχνει ακριβώς αυτό: μια χώρα όπου η κυριαρχία δεν χάθηκε με μία στιγμή. Διαβρώθηκε από τον εμφύλιο, την εγκατάλειψη, την κατοχή, τον φόβο, το Ιράν, την αδυναμία του κράτους και τη μετατροπή της «αντίστασης» σε μόνιμη παράλληλη εξουσία.
Τι πρέπει να κρατήσει ο αναγνώστης
Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η Χεζμπολάχ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως τρομοκρατική οργάνωση ούτε μόνο ως αντίσταση. Είναι υβριδικό σύστημα ισχύος που λειτουργεί μέσα στα κενά του λιβανικού κράτους.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι ο Λίβανος δεν μπορεί να ανακτήσει πραγματική κυριαρχία όσο η απόφαση πολέμου και ειρήνης μπορεί να περνά μέσα από ένοπλη οργάνωση έξω από πλήρη κρατικό έλεγχο.
Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι ο αφοπλισμός δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική εντολή. Πρέπει να είναι κρατική ανασυγκρότηση. Χωρίς ασφάλεια, υπηρεσίες, εμπιστοσύνη και εθνική συνοχή, το κενό θα ξαναγεμίσει.
Το τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι το Ιράν δεν είναι απλώς θεατής. Η σχέση Τεχεράνης–Χεζμπολάχ μετατρέπει τον Λίβανο σε πεδίο περιφερειακής στρατηγικής.
Και το τελικό συμπέρασμα είναι το πιο καθαρό: ο Λίβανος μπορεί να ζήσει με πολυφωνία, θρησκευτική ποικιλία και δύσκολη ιστορία. Δεν μπορεί όμως να ζήσει για πάντα με δύο εξουσίες πάνω στο ίδιο κράτος.
Η χώρα πρέπει να διαλέξει αν θα γίνει ξανά πολιτεία ή αν θα μείνει πλατφόρμα πολέμων που αποφασίζονται αλλού.


