Λονδίνο και Νέα Υόρκη στην ίδια γραμμή: πολιτικό Ισλάμ, αντισιωνισμός και το νέο θεσμικό τετελεσμένο

EL (GR) Read in English

Δύο παγκόσμιες μητροπόλεις, η ίδια φράση και ένα νέο πολιτικό όριο

Μέσα σε λίγες ημέρες, από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λονδίνο, ακούστηκε σχεδόν η ίδια πολιτική φράση για τον πρωθυπουργό του Ισραήλ: ο Benjamin Netanyahu «δεν είναι ευπρόσδεκτος».

Στη Νέα Υόρκη, ο δήμαρχος Zohran Mamdani δήλωσε ότι θεωρεί τον Netanyahu εγκληματία πολέμου, ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος στην πόλη και ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα έπρεπε να εφαρμόσει το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Την ίδια στιγμή αναγνώρισε ότι ο Δήμος της Νέας Υόρκης δεν διαθέτει τη νομική εξουσία να τον συλλάβει.

Στο Λονδίνο, ο δήμαρχος Sadiq Khan χρησιμοποίησε αντίστοιχη γλώσσα. Δήλωσε ότι ο Netanyahu δεν είναι ευπρόσδεκτος στη βρετανική πρωτεύουσα και ότι, σε περίπτωση επίσκεψής του, θα πίεζε την κυβέρνηση ώστε να εφαρμοστεί το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Δεν πρόκειται για απαγόρευση της εισόδου των Εβραίων στη Νέα Υόρκη ή στο Λονδίνο.

Δεν υπάρχει τέτοιος νόμος και κάθε τέτοια διατύπωση θα ήταν ανακριβής.

Το ζήτημα αφορά έναν συγκεκριμένο αρχηγό κυβέρνησης, τον πρωθυπουργό του κράτους του Ισραήλ, και ένα υπαρκτό διεθνές ένταλμα που έχει εκδοθεί εναντίον του.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η εικόνα είναι αθώα ή πολιτικά ασήμαντη.

Όταν οι δήμαρχοι δύο από τις σημαντικότερες μητροπόλεις της Δύσης υιοθετούν σχεδόν ταυτόχρονα την ίδια γλώσσα πολιτικού αποκλεισμού απέναντι στον πρωθυπουργό του μοναδικού εβραϊκού κράτους, το γεγονός παύει να είναι απλώς μια προσωπική δήλωση.

Γίνεται πολιτικό προηγούμενο.

Γίνεται θεσμικό μήνυμα.

Γίνεται μέρος ενός μεγαλύτερου μετασχηματισμού, μέσα στον οποίο η σύγκρουση της Μέσης Ανατολής μεταφέρεται στα δημαρχεία, στα πανεπιστήμια, στους δρόμους και στην πολιτική ταυτότητα των δυτικών πόλεων.

Το πραγματικό γεγονός: υπάρχει ένταλμα, αλλά δεν υπάρχει καταδίκη

Η σοβαρή ανάλυση πρέπει να ξεκινά από την ακρίβεια.

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης κατά του Benjamin Netanyahu από τις 21 Νοεμβρίου 2024. Το ένταλμα αφορά καταγγελλόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που συνδέονται με τη διεξαγωγή του πολέμου στη Γάζα.

Αυτό είναι πραγματικό νομικό γεγονός.

Δεν είναι, όμως, τελεσίδικη καταδίκη.

Ο Netanyahu δεν έχει δικαστεί από το ΔΠΔ, δεν έχει κριθεί ένοχος και εξακολουθεί να απορρίπτει τόσο τις κατηγορίες όσο και τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου.

Υπάρχει επίσης μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Το πρώτο ασχολείται με την ατομική ποινική ευθύνη προσώπων. Το δεύτερο εξετάζει διαφορές μεταξύ κρατών. Η υπόθεση που κατέθεσε η Νότια Αφρική εναντίον του Ισραήλ βάσει της Σύμβασης για τη Γενοκτονία παραμένει σε εξέλιξη και δεν υπάρχει ακόμη τελική απόφαση που να έχει καταδικάσει το Ισραήλ για γενοκτονία.

Επομένως, όταν πολιτικοί μιλούν ήδη σαν να υπάρχει ολοκληρωμένη δικαστική απόφαση, μετατρέπουν μια εκκρεμή νομική διαδικασία σε πολιτικό τετελεσμένο.

Αυτό ακριβώς χρειάζεται να παρατηρήσουμε.

Ο νόμος μπορεί να λειτουργεί με κατηγορίες, αποδείξεις, δικαιοδοσία, διαδικασίες και τεκμήριο αθωότητας.

Η πολιτική εικόνα λειτουργεί διαφορετικά.

Λειτουργεί με μία φράση:

«Δεν είναι ευπρόσδεκτος».

Στη Νέα Υόρκη η δήλωση είναι πολιτική, όχι εκτελεστή απαγόρευση

Στην περίπτωση της Νέας Υόρκης, η νομική κατάσταση είναι σχετικά καθαρή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος στο Καταστατικό της Ρώμης, το οποίο ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης δεν διαθέτει ανεξάρτητη εξουσία να εκτελεί διεθνή εντάλματα και να καθορίζει την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Ο ίδιος ο Mamdani αναγνώρισε δημόσια αυτό το όριο. Παρ’ όλα αυτά, χαρακτήρισε τον Netanyahu εγκληματία πολέμου, δήλωσε ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος στην πόλη και κάλεσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναλάβει δράση.

Αυτό σημαίνει ότι η δήλωσή του δεν είναι πρωτίστως νομική.

Είναι συμβολική.

Είναι πολιτική.

Και απευθύνεται ταυτόχρονα σε πολλά ακροατήρια: στους υποστηρικτές της Παλαιστίνης, στη μουσουλμανική εκλογική βάση, στην αμερικανική προοδευτική Αριστερά, στις οργανώσεις που απαιτούν διεθνή απομόνωση του Ισραήλ και σε εκείνους που θέλουν η Νέα Υόρκη να εμφανίζεται ως αντίπαλο κέντρο της επίσημης αμερικανικής πολιτικής.

Η Νέα Υόρκη δεν μπορεί να εμποδίσει νομικά τον Netanyahu να έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο δήμαρχός της, όμως, μπορεί να δημιουργήσει ένα πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η επίσκεψη του πρωθυπουργού του Ισραήλ παρουσιάζεται ως εισβολή ενός ανεπιθύμητου προσώπου.

Και αυτή η διαφορά είναι σημαντική.

Η εξουσία δεν ασκείται πάντοτε μέσω αστυνομικής απαγόρευσης.

Ασκείται και μέσω της κοινωνικής απονομιμοποίησης.

Στο Λονδίνο το νομικό έδαφος είναι διαφορετικό, αλλά η πολιτική γλώσσα είναι ίδια

Η βρετανική περίπτωση είναι νομικά διαφορετική.

Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μέλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η βρετανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι θα τηρήσει τις διεθνείς και εσωτερικές νομικές υποχρεώσεις της, ενώ στο Κοινοβούλιο έχει διευκρινιστεί ότι οποιαδήποτε διαδικασία εφαρμογής ενός εντάλματος περνά μέσα από τους αρμόδιους δικαστικούς μηχανισμούς.

Ο Sadiq Khan δεν είναι εκείνος που μπορεί μόνος του να αποφασίσει τη σύλληψη ενός ξένου πρωθυπουργού.

Ωστόσο, η δήλωσή του ότι ο Netanyahu δεν είναι ευπρόσδεκτος στο Λονδίνο και ότι θα πίεζε τη βρετανική κυβέρνηση να εφαρμόσει το ένταλμα έχει σαφή πολιτική λειτουργία.

Προτού καν υπάρξει επίσκεψη, δικαστική απόφαση ή επιχείρηση των αρμόδιων αρχών, ο δήμαρχος της πόλης έχει ήδη εκδώσει τη δική του πολιτική ετυμηγορία.

Το Λονδίνο δεν παρουσιάζεται πλέον απλώς ως ουδέτερη πρωτεύουσα ενός κράτους που εφαρμόζει τον νόμο.

Παρουσιάζεται ως πόλη που δεν επιθυμεί πολιτικά την παρουσία του Ισραηλινού πρωθυπουργού.

Ακριβώς όπως η Νέα Υόρκη.

Δύο διαφορετικά νομικά συστήματα.

Δύο διαφορετικές χώρες.

Δύο διαφορετικές δημοτικές αρχές.

Αλλά η ίδια φράση.

Το ίδιο ύφος.

Η ίδια πολιτική κατεύθυνση.

Η κοινή φράση δεν αποδεικνύει μυστικό κεντρικό συντονισμό

Η ομοιότητα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι υπάρχει ένα κρυφό κέντρο που δίνει εντολές ταυτόχρονα σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη.

Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να υπάρχει.

Η σημερινή πολιτική κινητοποίηση λειτουργεί μέσα από δικτυακή διάχυση. Τα ίδια συνθήματα, τα ίδια hashtags, τα ίδια νομικά επιχειρήματα, οι ίδιες φωτογραφίες και τα ίδια ηθικά σχήματα μεταφέρονται άμεσα από χώρα σε χώρα.

Οι ακτιβιστές παρακολουθούν ο ένας τον άλλον.

Οι οργανώσεις συνεργάζονται.

Τα πανεπιστημιακά δίκτυα μοιράζονται κοινές ιδεολογικές αναφορές.

Οι καμπάνιες στα κοινωνικά δίκτυα αντιγράφονται και προσαρμόζονται.

Οι τοπικοί πολιτικοί καταλαβαίνουν ποιες θέσεις κινητοποιούν συγκεκριμένες εκλογικές ομάδες.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, μία τηλεφωνική εντολή.

Αρκεί ένα κοινό πολιτικό οικοσύστημα.

Αυτό το οικοσύστημα ενώνει τρεις διαφορετικές δυνάμεις.

Η πρώτη είναι ο παλαιστινιακός και αραβικός εθνικισμός.

Η δεύτερη είναι ο ριζοσπαστικός δυτικός αντισιωνισμός, που αντιμετωπίζει το Ισραήλ ως αποικιακό κράτος χωρίς πλήρη ηθική νομιμοποίηση.

Η τρίτη είναι ο πολιτικός ισλαμισμός, ο οποίος δεν βλέπει τη σύγκρουση μόνο ως ζήτημα συνόρων ή ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά ως ιστορική και θρησκευτική αντιπαράθεση γύρω από την κυριαρχία, την Ιερουσαλήμ και την ίδια την ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή.

Οι τρεις αυτές δυνάμεις δεν συμφωνούν σε όλα.

Συναντώνται, όμως, στο κοινό πεδίο της απομόνωσης του Ισραήλ.

Το πρόβλημα δεν είναι η μουσουλμανική πίστη

Η θρησκευτική ταυτότητα των δύο δημάρχων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πολιτικού ισλαμισμού.

Ένας μουσουλμάνος πολιτικός έχει ακριβώς το ίδιο δικαίωμα με κάθε άλλον πολίτη να επικρίνει το Ισραήλ, τον Netanyahu ή οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Το αντίθετο θα ήταν θρησκευτική διάκριση.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωπική ή κοινοτική ταυτότητα συνδυάζεται με πολιτικά δίκτυα που επιχειρούν να μετατρέψουν μια θρησκευτικά φορτισμένη σύγκρουση σε μόνιμο κριτήριο δημόσιας νομιμότητας μέσα στις δυτικές κοινωνίες.

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να διαχωρίζουμε το Ισλάμ από τον ισλαμισμό.

Όπως έχει εξηγήσει το Newsio στο αναλυτικό κείμενο «Ισλάμ και Τζιχάντ: τι σημαίνουν πραγματικά και πού αρχίζει ο εξτρεμισμός», η μουσουλμανική πίστη δεν ταυτίζεται με την πολιτική επιδίωξη να μετατραπεί η θρησκευτική κοινότητα σε μηχανισμό εξουσίας.

Ο μουσουλμάνος πολίτης ζητά ίσα δικαιώματα μέσα στη δημοκρατία.

Ο πολιτικός ισλαμισμός χρησιμοποιεί τη θρησκευτική ταυτότητα για να οργανώσει πίεση, πειθαρχία, πολιτική εκπροσώπηση και, τελικά, μεταβολή των κανόνων της κοινωνίας.

Η διαφορά είναι καθοριστική.

Η συλλογική ενοχοποίηση των μουσουλμάνων θα ήταν άδικη, επικίνδυνη και στρατηγικά ανόητη.

Η άρνηση, όμως, να αναγνωριστούν οργανωμένα ισλαμιστικά δίκτυα είναι επίσης επικίνδυνη.

Το Newsio έχει ήδη αναλύσει αυτή τη δυσκολία στο άρθρο «Ισλαμισμός στην Ευρώπη: η Δύση που γνωρίζει αλλά δεν λέει»: η δημοκρατία πρέπει να προστατεύει πλήρως τον μουσουλμάνο πολίτη, αλλά να συγκρούεται χωρίς ενοχές με κάθε πολιτικοθρησκευτικό μηχανισμό που θέλει να αντικαταστήσει την ατομική ελευθερία με κοινοτική επιβολή.

Πού δημιουργείται το πραγματικό τετελεσμένο

Το πολιτικό τετελεσμένο δεν δημιουργείται απαραίτητα με έναν νόμο που απαγορεύει την είσοδο των Εβραίων.

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, μια τέτοια απαγόρευση θα ήταν τόσο ωμή ώστε θα προκαλούσε άμεση θεσμική αντίδραση.

Το τετελεσμένο δημιουργείται πιο σταδιακά.

Αρχικά, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ χαρακτηρίζεται πολιτικά ανεπιθύμητος.

Στη συνέχεια, κάθε οργανισμός που τον προσκαλεί θεωρείται συνένοχος.

Έπειτα, κάθε πολιτικός που συνομιλεί μαζί του κατηγορείται ότι νομιμοποιεί εγκλήματα.

Μετά, κάθε εβραϊκή οργάνωση που δεν αποκηρύσσει τη συγκεκριμένη ισραηλινή κυβέρνηση αντιμετωπίζεται ως ύποπτη.

Τελικά, ο Εβραίος πολίτης καλείται έμμεσα να αποδείξει ότι δεν ταυτίζεται με το Ισραήλ προτού του επιτραπεί να συμμετέχει χωρίς καχυποψία στον δημόσιο χώρο.

Αυτός είναι ο μηχανισμός μετάβασης από τη νόμιμη κριτική μιας κυβέρνησης στη συλλογική πολιτική στοχοποίηση μιας κοινότητας.

Δεν συμβαίνει πάντα.

Δεν είναι κάθε αντιισραηλινή διαδήλωση αντισημιτική.

Δεν είναι κάθε αντίπαλος του Netanyahu εχθρός των Εβραίων.

Ωστόσο, όταν η πολιτική γλώσσα παύει να διακρίνει ανάμεσα στην ισραηλινή κυβέρνηση, στο κράτος του Ισραήλ, στον σιωνισμό και στους Εβραίους πολίτες, το όριο καταρρέει.

Και όταν το όριο καταρρέει, ο αντισημιτισμός δεν εμφανίζεται πλέον πάντοτε με ναζιστικά σύμβολα.

Μπορεί να εμφανίζεται ως απαίτηση πολιτικής καθαρότητας:

Αποκήρυξε το Ισραήλ για να γίνεις αποδεκτός.

Το κοινωνικό περιβάλλον κάνει τις δηλώσεις βαρύτερες

Οι δηλώσεις των δύο δημάρχων δεν εκφωνούνται μέσα σε κοινωνικό κενό.

Το 2025, το Community Security Trust κατέγραψε 3.700 αντισημιτικά περιστατικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον δεύτερο υψηλότερο ετήσιο αριθμό στην ιστορία της καταγραφής του. Σχεδόν τα μισά περιστατικά περιείχαν ρητά αντισιωνιστικό κίνητρο μαζί με αντιεβραϊκή γλώσσα ή στόχευση.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ετήσια καταγραφή της Anti-Defamation League χαρακτήρισε το 2025 ως την τρίτη χειρότερη χρονιά που έχει καταγραφεί από το 1979. Η Νέα Υόρκη παρέμεινε η πολιτεία με τον μεγαλύτερο αριθμό αναφερόμενων περιστατικών, ενώ η ίδια η πόλη συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος τους.

Αυτοί οι αριθμοί δεν αποδεικνύουν ότι ο Mamdani ή ο Khan ευθύνονται για τον αντισημιτισμό.

Δεν αποδεικνύουν ούτε ότι κάθε φιλοπαλαιστινιακή κινητοποίηση παράγει μίσος.

Αποδεικνύουν, όμως, ότι οι δηλώσεις τους ακούγονται σε ένα ήδη εξαιρετικά φορτισμένο περιβάλλον.

Όταν η εβραϊκή κοινότητα καταγράφει υψηλό επίπεδο απειλής και ταυτόχρονα ο ανώτατος δημοτικός άρχοντας δηλώνει ότι ο πρωθυπουργός του εβραϊκού κράτους δεν είναι ευπρόσδεκτος, το συμβολικό μήνυμα ξεπερνά το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Η πολιτική ηγεσία οφείλει να γνωρίζει όχι μόνο τι λέει, αλλά και πού προσγειώνεται αυτό που λέει.

Η κριτική στον Netanyahu είναι νόμιμη — η συλλογική απονομιμοποίηση του Ισραήλ δεν είναι το ίδιο πράγμα

Ο Netanyahu δεν βρίσκεται πάνω από την κριτική.

Η πολιτική του στη Γάζα, οι αποφάσεις της κυβέρνησής του, οι απώλειες αμάχων, οι περιορισμοί στην ανθρωπιστική βοήθεια και οι ευρύτερες στρατιωτικές επιλογές του μπορούν και πρέπει να ελέγχονται.

Η ύπαρξη του εντάλματος του ΔΠΔ αποτελεί σοβαρή εξέλιξη και δεν μπορεί να διαγραφεί ως απλή προπαγάνδα.

Αλλά υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη λογοδοσία και στην πολιτική εξαφάνιση.

Η λογοδοσία απαιτεί δικαστική διαδικασία, αποδείξεις, υπεράσπιση, αρμοδιότητα και τελική κρίση.

Η πολιτική εξαφάνιση ξεκινά από το συμπέρασμα ότι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο —και τελικά το κράτος που εκπροσωπεί— δεν έχει δικαίωμα ισότιμης παρουσίας στον δημόσιο χώρο.

Η κριτική σε έναν πρωθυπουργό είναι δημοκρατία.

Η ιδέα ότι ο εκπρόσωπος του Ισραήλ είναι εκ φύσεως ανεπιθύμητος, ενώ οι εκπρόσωποι αυταρχικών, θεοκρατικών ή βίαιων καθεστώτων εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται μέσα από το συνηθισμένο διπλωματικό πρωτόκολλο, δημιουργεί εύλογο ερώτημα επιλεκτικότητας.

Γιατί το Ισραήλ μετατρέπεται τόσο εύκολα από κράτος που πρέπει να ελεγχθεί σε κράτος που πρέπει να αποκλειστεί;

Γιατί η νομική κατηγορία μετατρέπεται πριν από την απόφαση σε κοινωνική ετυμηγορία;

Και γιατί η παρουσία του Ισραηλινού πρωθυπουργού παρουσιάζεται ως ηθική μόλυνση της πόλης;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα που ακυρώνουν τη διεθνή δικαιοσύνη.

Είναι ερωτήματα που προστατεύουν τη δικαιοσύνη από την πολιτική εργαλειοποίησή της.

Η συμμαχία του πολιτικού ισλαμισμού με τη ριζοσπαστική Αριστερά

Ένα από τα πιο παράδοξα φαινόμενα της εποχής είναι η σύγκλιση ανάμεσα σε ισλαμιστικά περιβάλλοντα και σε τμήματα της δυτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Οι δύο πλευρές έχουν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις για τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα, τα δικαιώματα των γυναικών, την ελευθερία έκφρασης και τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.

Συναντώνται, όμως, σε μία κοινή αφήγηση.

Η Δύση παρουσιάζεται ως αποικιακή δύναμη.

Το Ισραήλ παρουσιάζεται ως προκεχωρημένο φυλάκιο αυτής της Δύσης.

Η Παλαιστίνη γίνεται παγκόσμιο σύμβολο κάθε αντιιμπεριαλιστικού αγώνα.

Και κάθε θεσμός που υποστηρίζει το Ισραήλ παρουσιάζεται ως μέρος ενός συστήματος καταπίεσης.

Μέσα σε αυτό το σχήμα, ο πολιτικός ισλαμισμός αποκτά πρόσβαση σε γλώσσα που είναι απολύτως κατανοητή στα δυτικά πανεπιστήμια και στα προοδευτικά κινήματα.

Δεν χρειάζεται να μιλήσει για θρησκευτική κυριαρχία.

Μιλά για αποαποικιοποίηση.

Δεν χρειάζεται να πει ότι απορρίπτει την ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους για θεολογικούς λόγους.

Μιλά για αντισιωνισμό.

Δεν χρειάζεται να παρουσιάσει το πρόγραμμά του ως θρησκευτικό.

Το παρουσιάζει ως κοινωνική δικαιοσύνη.

Έτσι γεννιέται μια πολιτική συμμαχία στην οποία κάθε πλευρά χρησιμοποιεί τη γλώσσα της άλλης.

Η Αριστερά προσφέρει θεσμική νομιμοποίηση.

Ο ισλαμισμός προσφέρει κοινότητα, αριθμούς, οργανωτική πειθαρχία και συναισθηματική κινητοποίηση.

Το Ισραήλ γίνεται ο κοινός αντίπαλος που κρατά ενωμένη αυτή τη διαφορετική συμμαχία.

Από τη διαδήλωση στη δημοτική εξουσία

Για χρόνια, η αντιισραηλινή κινητοποίηση περιοριζόταν κυρίως στους δρόμους, στα πανεπιστήμια, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και σε συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα.

Τώρα περνά σε διαφορετικό επίπεδο.

Μπαίνει στη δημοτική εξουσία.

Δεν φωνάζει πλέον μόνο έξω από το δημαρχείο.

Μιλά από το βήμα του δημάρχου.

Δεν ζητά μόνο από την κυβέρνηση να αποκλείσει έναν ξένο ηγέτη.

Δηλώνει η ίδια, ως θεσμική αρχή, ότι ο ξένος ηγέτης δεν είναι ευπρόσδεκτος.

Αυτή είναι η ουσία του τετελεσμένου.

Η πολιτική θέση μετακινείται από την περιφέρεια στο κέντρο.

Το σύνθημα μετατρέπεται σε επίσημη γλώσσα.

Η διαδήλωση γίνεται δημοτική πολιτική ταυτότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη έχουν μετατραπεί σε ισλαμικές πόλεις.

Σημαίνει ότι οργανωμένα εκλογικά και ιδεολογικά δίκτυα έχουν αποκτήσει αρκετή ισχύ ώστε η γλώσσα τους να περνά στην κορυφή της τοπικής εξουσίας.

Και από τη στιγμή που περνά, το όριο μετακινείται για όλους.

Αυτό που χθες θεωρούνταν ακραίο σύνθημα, σήμερα γίνεται αποδεκτή πολιτική δήλωση.

Αύριο μπορεί να γίνει απαίτηση προς πανεπιστήμια, μουσεία, επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς.

Το Ισραήλ ως δοκιμή αντοχής της Δύσης

Το Ισραήλ δεν είναι απλώς ένα ακόμη κράτος στη σημερινή δυτική πολιτική συζήτηση.

Έχει μετατραπεί σε δοκιμή ταυτότητας.

Για μία πλευρά, αποτελεί δημοκρατικό σύμμαχο που αντιμετωπίζει τρομοκρατικές οργανώσεις, ιρανικά δίκτυα και υπαρξιακές απειλές. Αυτή τη διάσταση έχει αναλύσει το Newsio στο άρθρο «Γιατί το Ισραήλ έχει δικαίωμα να αμύνεται απέναντι στην Τεχεράνη».

Για την άλλη πλευρά, αποτελεί σύμβολο αποικιοκρατίας, δυτικής ισχύος και καταπίεσης.

Γι’ αυτό η σύγκρουση γύρω από τον Netanyahu δεν αφορά μόνο το πρόσωπό του.

Αφορά το αν η Δύση εξακολουθεί να θεωρεί το Ισραήλ μέρος του δικού της στρατηγικού και πολιτισμικού χώρου.

Αφορά το αν το Ισραήλ θα αντιμετωπίζεται ως κράτος που μπορεί να κάνει λάθη και να λογοδοτεί ή ως κράτος του οποίου η ίδια η παρουσία θεωρείται προβληματική.

Αφορά επίσης το αν οι δυτικές κοινωνίες μπορούν να προστατεύσουν ταυτόχρονα τρεις αρχές:

την κριτική προς κάθε κυβέρνηση,

την ανεξαρτησία της διεθνούς δικαιοσύνης,

και την ασφάλεια των εβραϊκών κοινοτήτων.

Αν μία από αυτές τις αρχές καταπιεί τις άλλες, η δημοκρατική ισορροπία καταρρέει.

Το τελικό ερώτημα δεν είναι αν συμπαθούμε τον Netanyahu

Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος συμπαθεί τον Netanyahu.

Ούτε αν συμφωνεί με τον πόλεμο στη Γάζα.

Ούτε αν αποδέχεται κάθε ενέργεια της ισραηλινής κυβέρνησης.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι δυτικές μητροπόλεις θα μετατραπούν σε χώρους όπου η εξωτερική πολιτική και οι θρησκευτικές συγκρούσεις άλλων περιοχών καθορίζουν ποιος θεωρείται κοινωνικά αποδεκτός.

Το ερώτημα είναι αν οι δήμαρχοι θα λειτουργούν ως διαχειριστές πολυπολιτισμικών δημοκρατιών ή ως εκπρόσωποι διεθνών ιδεολογικών στρατοπέδων.

Το ερώτημα είναι αν η διεθνής δικαιοσύνη θα εφαρμόζεται μέσω θεσμών ή θα χρησιμοποιείται ως πολιτικό σύνθημα.

Το ερώτημα είναι αν η αντιπαράθεση με μία ισραηλινή κυβέρνηση θα εξελιχθεί σταδιακά σε αποκλεισμό του ίδιου του Ισραήλ και σε πίεση προς τους Εβραίους πολίτες να απολογούνται για την ύπαρξή του.

Και το ερώτημα είναι αν η Δύση θα αναγνωρίσει εγκαίρως ότι ο πολιτικός ισλαμισμός δεν χρειάζεται να καταλάβει ένα κοινοβούλιο για να αποκτήσει δύναμη.

Μπορεί να επηρεάσει τη γλώσσα.

Μπορεί να οργανώσει το εκλογικό σώμα.

Μπορεί να καθορίσει ποια θέματα είναι ηθικά επιτρεπτά.

Μπορεί να συμμαχήσει με κινήματα που δεν συμμερίζονται τις αξίες του, αλλά μοιράζονται τους αντιπάλους του.

Και μπορεί, τελικά, να δημιουργήσει τετελεσμένα χωρίς να αλλάξει ούτε ένα άρθρο του Συντάγματος.

Η ετυμηγορία

Δεν απαγορεύεται η είσοδος των Εβραίων στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη.

Ούτε πρέπει να παρουσιάζεται έτσι.

Αλλά οι σχεδόν ταυτόσημες δηλώσεις των δημάρχων των δύο πόλεων δεν είναι αθώες συμπτώσεις χωρίς πολιτικό βάρος.

Δείχνουν ότι μια κοινή αντιισραηλινή γλώσσα έχει περάσει από τον δρόμο στη θεσμική εξουσία.

Δείχνουν ότι το παλαιστινιακό ζήτημα έχει μετατραπεί σε όχημα μέσα από το οποίο συναντώνται ο πολιτικός ισλαμισμός, ο ριζοσπαστικός αντισιωνισμός και η δυτική προοδευτική πολιτική.

Δείχνουν ότι η νομική διαδικασία μπορεί να μετατρέπεται σε προκαταβολική πολιτική καταδίκη.

Και δείχνουν ότι η κοινωνική απομόνωση του πρωθυπουργού του Ισραήλ μπορεί να λειτουργήσει ως πρώτο στάδιο μιας ευρύτερης απονομιμοποίησης της ισραηλινής παρουσίας.

Η Δύση δεν κινδυνεύει επειδή μουσουλμάνοι πολίτες συμμετέχουν στη δημοκρατία.

Αυτό αποτελεί φυσικό και θεμιτό μέρος της δημοκρατικής ζωής.

Κινδυνεύει όταν φοβάται να διακρίνει τον πολίτη από το οργανωμένο πολιτικοθρησκευτικό πρόγραμμα.

Κινδυνεύει όταν αποφεύγει να ονομάσει τον ισλαμισμό για να μη φανεί ότι επικρίνει το Ισλάμ.

Κινδυνεύει όταν αφήνει τον αντισημιτισμό να κρύβεται πίσω από μια γλώσσα που παρουσιάζεται πάντοτε ως απλός αντισιωνισμός.

Και κινδυνεύει όταν οι θεσμοί της δεν εφαρμόζουν απλώς τον νόμο, αλλά υιοθετούν τα συνθήματα εκείνων που θέλουν να καθορίσουν ποια κράτη, ποιοι λαοί και ποιοι ηγέτες έχουν δικαίωμα δημόσιας παρουσίας.

Λονδίνο και Νέα Υόρκη δεν βρίσκονται ακόμη στο σημείο της επίσημης απαγόρευσης.

Βρίσκονται, όμως, σε ένα σημείο πολιτικής μετάβασης.

Το σύνθημα έγινε δήλωση δημάρχου.

Η διαμαρτυρία έγινε θεσμική γλώσσα.

Και η φράση «δεν είναι ευπρόσδεκτος» έγινε κάτι περισσότερο από προσωπική άποψη.

Έγινε προειδοποίηση για το πού μπορεί να οδηγήσει η Δύση τον εαυτό της, όταν δεν ξεχωρίζει πλέον τη δικαιοσύνη από την ιδεολογική επιβολή.

Eris Locaj
Eris Locajhttps://newsio.org
Ο Eris Locaj είναι ιδρυτής και Editorial Director του Newsio, μιας ανεξάρτητης ψηφιακής πλατφόρμας ενημέρωσης με έμφαση στην ανάλυση διεθνών εξελίξεων, πολιτικής, τεχνολογίας και κοινωνικών θεμάτων. Ως επικεφαλής της συντακτικής κατεύθυνσης, επιβλέπει τη θεματολογία, την ποιότητα και τη δημοσιογραφική προσέγγιση των δημοσιεύσεων, με στόχο την ουσιαστική κατανόηση των γεγονότων — όχι απλώς την αναπαραγωγή ειδήσεων. Το Newsio ιδρύθηκε με στόχο ένα πιο καθαρό, αναλυτικό και ανθρώπινο μοντέλο ενημέρωσης, μακριά από τον θόρυβο της επιφανειακής επικαιρότητας.

Θέλετε κι άλλες αναλύσεις σαν αυτή;

«Στέλνουμε μόνο ό,τι αξίζει να διαβαστεί. Τίποτα παραπάνω.»

📩 Ένα email την εβδομάδα. Μπορείτε να διαγραφείτε όποτε θέλετε.
-- Επιλεγμένο περιεχόμενο. Όχι μαζικά newsletters.

Related Articles

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Μείνετε συνδεδεμένοι

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
11ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

Νεότερα άρθρα