Πίνακας περιεχομένου
Όταν το καθεστώς παύει να βλέπει τον λαό ως λαό: η ανατομία της ιρανικής καταστολής
Στο Ιράν, η κρίση δεν αποτυπώνεται μόνο στους δρόμους, στις φυλακές ή στα δικαστήρια. Αποτυπώνεται και στη γλώσσα. Στη γλώσσα των επίσημων δηλώσεων, στη γλώσσα των απειλών, στη γλώσσα των ανθρώπων του μηχανισμού, αλλά και στο ολοένα μεγαλύτερο δημόσιο υλικό που κυκλοφορεί, ιδιαίτερα στο X, όπου βίντεο, αποσπάσματα και καταγραφές λειτουργούν σαν στιγμιαίες ρωγμές σε ένα καθεστώς που θα προτιμούσε να ελέγχει απόλυτα όχι μόνο τον δημόσιο χώρο, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα.
Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο τι λέγεται. Βρίσκεται στο τι αποκαλύπτεται: ένα σύστημα που δεν προσπαθεί πια να πείσει την κοινωνία, αλλά να την φοβίσει.
Watch: On Iran’s state TV (Islamic regime), an official regime agent warns that any person who dares to take to the streets to protest will be shot and executed on the spot.
— Liza Rosen (@LizaRosen0000) April 14, 2026
Muslims and weak leaders in the West support this regime.pic.twitter.com/FasaXbtNuT
Κι όταν ένα καθεστώς εγκαταλείπει τη γλώσσα της νομιμοποίησης και περνά στη γλώσσα της τιμωρίας, παραδέχεται ότι έχει ήδη χάσει το επιχείρημα. Αυτό ταιριάζει οργανικά με τη μεγαλύτερη γραμμή του Newsio γύρω από τη γεωπολιτική της ασφυξίας του Ιράν και των BRICS: η εξωτερική επιθετικότητα ενός τέτοιου συστήματος αρχίζει πάντα από την εσωτερική του ανασφάλεια.
Η προδοσία ως λογισμικό εξουσίας
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να δει κανείς καθαρά είναι το εξής: όταν η διαμαρτυρία βαφτίζεται «προδοσία», το κράτος έχει ήδη μπει σε ζώνη πολιτικής παρακμής. Ένα σύστημα που έχει αυτοπεποίθηση μπορεί να αντιπαρατεθεί με τη διαφωνία, να τη διαχειριστεί, να τη φοβηθεί, ακόμη και να την περιορίσει αυταρχικά.
Όμως από τη στιγμή που την επανανοηματοδοτεί ως εθνική εχθρότητα, παραδέχεται ότι δεν αναγνωρίζει καν τη βασική διάκριση ανάμεσα στον πολίτη και στον αντίπαλο.
Just week ago, Mohseni Ejei, head of Iran’s judiciary, orders faster executions of detained protesters in Iran.
— Liza Rosen (@LizaRosen0000) April 14, 2026
No one in the EU seems to care, please share if you do!pic.twitter.com/oYBKOjtX9p
Το Reuters μετέδωσε τον Μάρτιο του 2026 ότι ανώτατος δικαστικός αξιωματούχος του Ιράν μίλησε για «terrorist elements», «rioters», «infiltrators, mercenaries, traitors» και προανήγγειλε μηδενική επιείκεια για όσους συνδέθηκαν με τις διαδηλώσεις.
Αυτό δεν είναι απλώς σκληρή ρητορική. Είναι το λογισμικό της καταστολής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα καθεστώς ξαναγράφει την έννοια της πολιτικής κοινότητας, ώστε να αποκλείσει όποιον αντιστέκεται. Ο διαδηλωτής δεν παρουσιάζεται πια ως πολίτης που διαφωνεί, αλλά ως φορέας μόλυνσης.
Κι έτσι η ελευθερία λόγου μετατρέπεται σε «απόδειξη ενοχής». Η άποψη γίνεται αδίκημα. Η κριτική γίνεται συνεργασία με τον εχθρό. Και η χώρα παύει να είναι πολιτική κοινότητα για να γίνει ένα απέραντο σύστημα επιτήρησης.
Όταν το κράτος παύει να αναγνωρίζει τους δικούς του ανθρώπους
Η πιο βαριά αποκάλυψη δεν είναι η ύπαρξη βίας. Η ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι ήδη γεμάτη από βία. Το βαρύτερο είναι η στιγμή που το κράτος παύει να βλέπει τον δικό του πληθυσμό ως δικό του πληθυσμό.
Η κοινή δήλωση οργανώσεων προς το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία φιλοξενεί το Human Rights Watch, καταγράφει ότι οι ιρανικές αρχές χαρακτήρισαν διαδηλωτές «rioters» και «terrorists», ζητώντας σκληρή απάντηση από τις δυνάμεις ασφαλείας.
Στην ίδια δέσμη παρεμβάσεων, ο Ύπατος Αρμοστής Volker Türk δήλωσε ότι η δολοφονία ειρηνικών διαδηλωτών πρέπει να σταματήσει και ότι η ετικέτα του «τρομοκράτη» για να δικαιολογηθεί η βία είναι απαράδεκτη.
Εδώ ακριβώς το καθεστώς βγάζει τη μάσκα. Δεν μιλά σαν εξουσία που θεωρεί ότι διαφυλάσσει την τάξη. Μιλά σαν μηχανισμός που αντιμετωπίζει τον άμαχο πληθυσμό ως εσωτερικό εχθρό.
Κι αυτό είναι η βαθύτερη στιγμή της απονομιμοποίησης. Γιατί από εκεί και πέρα ο πολίτης δεν είναι πια φορέας δικαιωμάτων, ούτε καν προβληματικό μέλος μιας κοινής κοινωνίας. Είναι «στόχος», είναι «ύποπτος», είναι σώμα προς πειθάρχηση.
Αυτό το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο στο ιρανικό σύστημα. Η Fact-Finding Mission του ΟΗΕ έχει ήδη μιλήσει για χρήση του ποινικού συστήματος ώστε να καταστείλει διαδηλωτές και πραγματική ή υποτιθέμενη αντιπολίτευση, καθώς και για χρήση της θανατικής ποινής με στόχο την τιμωρία και τον εκφοβισμό του πληθυσμού.
Όμως όταν η ίδια η ρητορική των αρχών φτάνει σε σημείο να στερεί από τους διαφωνούντες την ιδιότητα του «πραγματικού Ιρανού», τότε η κρίση παύει να είναι μόνο ανθρωπιστική. Γίνεται υπαρξιακή κρίση σχέσης ανάμεσα στο κράτος και το έθνος.
Η στέρηση του νου
Το καθεστώς δεν φοβάται μόνο το σώμα που κατεβαίνει στον δρόμο. Φοβάται το μυαλό που βγάζει συμπέρασμα. Αυτό είναι το βαθύτερο στοιχείο του ολοκληρωτισμού: δεν αρκείται να πειθαρχήσει τη συμπεριφορά.
Θέλει να πειθαρχήσει την ερμηνεία. Θέλει να αφαιρέσει από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να σκέφτεται αυτόνομα. Να μην κρίνει μόνος του. Να μην ορίζει μόνος του τι είναι αλήθεια, αδικία, πατρίδα, αξιοπρέπεια.
Εκεί συναντιέται το σημερινό ιρανικό καθεστώς με άλλα αυταρχικά ή θεοκρατικά μοντέλα που έχουμε ήδη αναλύσει στο Newsio, όπως στο άρθρο για τους Ταλιμπάν και την ποινικοποίηση της γνώσης και της γυναίκας. Η συγγένεια δεν είναι γεωγραφική. Είναι ανθρωπολογική. Και στα δύο παραδείγματα, η εξουσία δεν θέλει πολίτες. Θέλει εξαρτήματα. Θέλει «γρανάζια» σε μια μηχανή που παράγει φόβο.
Γι’ αυτό και η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτικό γεγονός αλλά ως ασθένεια, μόλυνση ή προδοσία. Γιατί αν ο πολίτης επιμένει να σκέφτεται, τότε το σύστημα χάνει το μονοπώλιο της αλήθειας. Και κάθε καθεστώς που στηρίζεται σε αυτό το μονοπώλιο ξέρει ότι από τη στιγμή που αυτό ραγίζει, αρχίζει η εσωτερική του αποσύνθεση.
Η στιγμή της απώλειας νομιμότητας
Υπάρχει ένα σημείο μετά το οποίο ένα κράτος μπορεί να διατηρεί ακόμα όπλα, δίκτυα, δικαστήρια, φυλακές και τηλεοπτικούς μηχανισμούς, αλλά να έχει ήδη χάσει τη μάχη της νομιμότητας. Αυτό συμβαίνει όταν οι μηχανισμοί ασφαλείας στρέφονται ανοιχτά εναντίον των αμάχων.
Amnesty International κατέγραψε το 2024 ότι οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποίησαν εκτεταμένα και παράνομα βία, πυροβόλα όπλα, μεταλλικά σκάγια, δακρυγόνα και ξυλοδαρμούς εναντίον διαδηλωτών και παρευρισκομένων, σκοτώνοντας εκατοντάδες, ανάμεσά τους και παιδιά.
Στις κινητοποιήσεις του τέλους του 2025 και του Ιανουαρίου 2026, η ίδια οργάνωση μίλησε για μαζικές παράνομες δολοφονίες, στρατιωτικοποιημένη καταστολή και προσπάθεια συγκάλυψης μέσω blackout στο διαδίκτυο.
Από τη στιγμή που αυτό παγιώνεται, η ισχύς παραμένει αλλά η νομιμότητα έχει ήδη σπάσει. Και η νομιμότητα δεν είναι μόνο νομική έννοια. Είναι ηθική, κοινωνική, ψυχολογική. Είναι η αίσθηση ότι, παρά τις αδικίες και τις συγκρούσεις, το κράτος εξακολουθεί να ανήκει κατά κάποιον τρόπο στους ανθρώπους του. Όταν αυτό καταρρέει, η εξουσία δεν επιβιώνει ως πατρίδα. Επιβιώνει ως φόβος.
Το πρόβλημα για κάθε τέτοια εξουσία είναι ότι ο φόβος επιβάλλει σιωπή, αλλά όχι πίστη. Παράγει εξωτερική υπακοή και εσωτερική αποσύνδεση. Κι εκεί αρχίζει η πραγματική φθορά.
Τα βίντεο ως μαύρο κουτί της πτώσης
Το πιο ουσιαστικό ίσως στοιχείο αυτής της φάσης είναι το εξής: το δημόσιο οπτικοακουστικό υλικό, όταν διασταυρώνεται με επίσημες δηλώσεις, δικαστικές παρεμβάσεις και διεθνείς αναφορές, μετατρέπεται σε μαύρο κουτί της πτώσης του καθεστώτος.
Δεν χρειάζεται να αυθεντικοποιηθεί κάθε μεμονωμένο κλιπ για να φανεί η μεγάλη εικόνα. Αυτό που μετρά είναι η σύγκλιση. Δημόσια βίντεο, δηλώσεις αξιωματούχων, internet shutdowns, αναφορές για θανατηφόρα βία, κατηγορίες περί «τρομοκρατών» και απειλές περί μηδενικής επιείκειας σχηματίζουν μαζί ένα ενιαίο μοτίβο.
Amnesty μίλησε ρητά για «verified videos and credible information from eyewitnesses» που αποκάλυπταν μαζικές παράνομες δολοφονίες ενώ η κυβέρνηση είχε επιβάλει blackout για να κρύψει την έκταση των παραβιάσεων.
Αυτό σημαίνει κάτι πιο βαθύ από μια καταγγελία. Κάθε φορά που ένας ένστολος, ένας δικαστικός παράγοντας ή ένας άνθρωπος του μηχανισμού μιλά για «προδότες», «τρομοκράτες» ή για ανάγκη συντριβής διαδηλωτών, δεν απειλεί απλώς. Καταγράφει την ενοχή του καθεστώτος μέσα στον χρόνο. Μετατρέπει τη βία από φήμη σε πειστήριο, από ισχυρισμό της αντιπολίτευσης σε τεκμήριο της εξουσίας.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη πιο διαβρωτικό για το ίδιο το σύστημα. Η πλύση εγκεφάλου λειτουργεί όσο ο εχθρός είναι αφηρημένος. Όσο είναι «άλλος». Όσο είναι «ξένος πράκτορας». Αρχίζει όμως να σπάει όταν το όπλο στρέφεται προς τον γείτονα, τον συμφοιτητή, τη μητέρα, τον αδελφό.
Όταν ο κατασταλτικός μηχανισμός καλείται να δει τον οικείο άνθρωπο σαν αντικείμενο εξόντωσης, τότε η ιδεολογία συγκρούεται με το ανθρώπινο πρόσωπο. Και από αυτή τη ρωγμή αρχίζουν πολλές φορές οι μεγαλύτερες εσωτερικές καταρρεύσεις.
Η μεγάλη διάκριση που το καθεστώς δεν μπορεί πια να κρύψει
Εδώ είναι και η πιο δυνατή, καθαρή γραμμή του άρθρου. Το ιρανικό καθεστώς δεν καταστέλλει απλώς τη διαφωνία. Προσπαθεί να αφαιρέσει από τον διαφωνούντα το δικαίωμα να ανήκει στο ίδιο το έθνος. Αυτό είναι το βαθύτερο έγκλημά του: όχι μόνο η βία, αλλά η απόπειρα να μονοπωλήσει την ίδια την έννοια του «Ιρανού».
Όμως ακριβώς εκεί αποκαλύπτεται και η αδυναμία του. Γιατί ένα καθεστώς που χρειάζεται να ξαναορίσει τον λαό του ώστε να αποκλείσει όποιον τον αμφισβητεί, έχει ήδη πάψει να εκπροσωπεί αυτόν τον λαό. Μπορεί να κρατά τα όπλα, τα δικαστήρια, τις φυλακές, τους μηχανισμούς και την προπαγάνδα. Αλλά δεν κρατά πια τον ηθικό πυρήνα της κοινωνίας. Δεν κρατά την ψυχή της.
Και όταν ένα σύστημα χάνει αυτό, μπορεί να καθυστερεί την πτώση του. Δεν μπορεί όμως να την ακυρώσει.


