Πίνακας περιεχομένων
Από τον Μουφτή στο σύγχρονο μίσος: πώς ολοκληρωτικά ρεύματα συναντήθηκαν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα
Η ιστορία τιμωρεί δύο ειδών ανθρώπους: εκείνους που την ξεχνούν και εκείνους που την απλοποιούν υπερβολικά. Στο θέμα της σχέσης ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και ορισμένους ισλαμιστές ή αραβοεθνικιστές δρώντες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι δύο παγίδες είναι μπροστά μας.
Από τη μία πλευρά, υπάρχει η αφελής βεβαιότητα ότι το 1945 εξαφάνισε όχι μόνο το Τρίτο Ράιχ ως κράτος αλλά και κάθε συγγενές μοτίβο μίσους, προπαγάνδας και ολοκληρωτικής σκέψης. Από την άλλη, υπάρχει η τεμπέλικη γενίκευση που βαφτίζει μια ολόκληρη θρησκεία ή έναν ολόκληρο πολιτισμικό κόσμο «ναζιστικό κληρονόμο» χωρίς ιστορική ακρίβεια.
Η σοβαρή γραμμή βρίσκεται αλλού. Δεν μιλάμε για «Ισλάμ και ναζί» ως δύο συμπαγή μπλοκ που ενώθηκαν. Μιλάμε για συγκεκριμένους πολιτικούς δρώντες, συγκεκριμένα δίκτυα προπαγάνδας, συγκεκριμένες στρατολογήσεις και συγκεκριμένες στρατηγικές συγκλίσεις.
Και ακριβώς επειδή η αλήθεια είναι πιο σύνθετη, είναι και πιο επικίνδυνη: δείχνει πώς διαφορετικά ολοκληρωτικά ρεύματα, ακόμη και όταν δεν είναι ταυτόσημα, μπορούν να συναντηθούν πάνω σε κοινές εμμονές — αντισημιτισμό, λατρεία της βίας, απόρριψη της ατομικής ελευθερίας και φαντασίωση απόλυτου ελέγχου.
Αυτό το μοτίβο, σε άλλο ιστορικό περιβάλλον, έχει ήδη αγγίξει και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή κρίση που αναλύσαμε στη Ναντ και την κρίση της λογικής στην καρδιά της Ευρώπης.
Η ιστορική μετάγγιση δεν είναι μύθος — αλλά δεν είναι και σύνθημα
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησε απρόσμενες και συχνά κυνικές συμμαχίες. Η ναζιστική Γερμανία δεν αναζητούσε μόνο στρατιωτικούς εταίρους. Αναζητούσε και πολιτικούς πολλαπλασιαστές σε περιοχές όπου μπορούσε να αποδυναμώσει τη βρετανική και γαλλική επιρροή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιο γνωστή και ιστορικά τεκμηριωμένη μορφή είναι ο Χατζ Αμίν αλ Χουσεϊνί, ο Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ.
Το United States Holocaust Memorial Museum καταγράφει ότι ο αλ Χουσεϊνί αναζήτησε βοήθεια από τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία ήδη από το 1933 και ότι η αντιβρετανική του στάση και ο αντισημιτισμός του τον οδήγησαν να δει το Βερολίνο ως φυσικό σύμμαχο.
Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί βάζει τέλος σε δύο ψευδαισθήσεις ταυτόχρονα. Η πρώτη είναι ότι όλα αυτά είναι απλή «προπαγάνδα» των μεταγενέστερων χρόνων. Δεν είναι. Υπήρξαν πραγματικές επαφές, πραγματικές στρατηγικές επιδιώξεις, πραγματική συνεργασία.
Η δεύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την ιστορία σε μια πρόχειρη εξίσωση ανάμεσα σε ολόκληρους θρησκευτικούς κόσμους και στο ναζιστικό καθεστώς. Δεν μπορούμε. Η ιστορία είναι πιο επικίνδυνη όταν τη λέμε σωστά: η σύγκλιση δεν ήταν καθολική, αλλά ήταν αρκετά πραγματική ώστε να αφήσει ίχνος.
Η συνάντηση με τον Χίτλερ δεν ήταν φωτογραφία. Ήταν πολιτικό σήμα
Το σημείο-σύμβολο είναι η συνάντηση του αλ Χουσεϊνί με τον Χίτλερ στις 28 Νοεμβρίου 1941 στο Βερολίνο. Δεν πρόκειται για δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Το USHMM διαθέτει το σχετικό κινηματογραφικό ντοκουμέντο και ιστορικό πλαίσιο, σημειώνοντας ότι ο πρώην Μουφτής της Ιερουσαλήμ συνάντησε τον Χίτλερ στην καρδιά της ναζιστικής εξουσίας.
Η Britannica, από την πλευρά της, καταγράφει τον αλ Χουσεϊνί ως μία από τις πιο σημαντικές μορφές του αραβικού εθνικισμού της περιόδου και βασικό παράγοντα στην αντίσταση προς τις σιωνιστικές επιδιώξεις στην Παλαιστίνη.
Το νόημα της συνάντησης δεν είναι απλώς συμβολικό. Είναι στρατηγικό. Το Βερολίνο έβλεπε στη Μέση Ανατολή πεδίο αποσταθεροποίησης των βρετανικών συμφερόντων. Ο αλ Χουσεϊνί έβλεπε στον ναζισμό έναν ισχυρό προστάτη για τον δικό του αγώνα κατά των Βρετανών, των Εβραίων και της μεταπολεμικής αναδιάταξης της περιοχής.
Δεν υπήρξε πλήρης ιδεολογική ταύτιση σε όλα. Υπήρξε όμως κοινό έδαφος εκεί που τα ολοκληρωτικά ρεύματα αναγνωρίζουν τον εαυτό τους: στο μίσος, στην ιεραρχία, στη δαιμονοποίηση του αντιπάλου και στη χρήση της προπαγάνδας ως εργαλείου πολέμου.
Από το Βερολίνο στα ραδιόφωνα: η γλώσσα του μίσους γίνεται μετάδοση
ο Χατζ Αμίν αλ Χουσεϊνί λειτούργησε όχι μόνο ως πολιτικός συνομιλητής, αλλά και ως πολεμικός προπαγανδιστής του Άξονα, με εκπομπές στα αραβικά που στόχευαν στην κινητοποίηση του αντιβρετανικού και αντιεβραϊκού αισθήματος στον αραβικό κόσμο.
Αυτό είναι ένα από τα σημεία όπου ο ιστορικός αναγνώστης πρέπει να σταθεί ιδιαίτερα προσεκτικά: η προπαγάνδα δεν είναι περιφερειακή λεπτομέρεια. Είναι το σημείο όπου η ιδεολογία παύει να είναι απλή θεωρία και μετατρέπεται σε μηχανισμό στρατολόγησης συνειδήσεων.
Αυτή η λογική — η χρήση των μέσων, της γλώσσας, της επαναλαμβανόμενης ετικέτας και του συμβολικού εχθρού — δεν πέθανε το 1945. Μεταλλάχθηκε. Στο Newsio το έχουμε ήδη δείξει σε άλλο περιβάλλον, όταν γράψαμε για το πώς το ιρανικό καθεστώς παύει να βλέπει τον λαό ως λαό: ο πρώτος στόχος κάθε ολοκληρωτικού συστήματος είναι η γλώσσα. Πρέπει πρώτα να βαφτίσει τη διαφωνία «προδοσία» για να μπορέσει έπειτα να βαφτίσει την καταστολή «δικαιοσύνη».
Η Βοσνία, τα SS και η στρατολόγηση μουσουλμάνων: ναι, συνέβη — αλλά ακριβώς όπως συνέβη
Ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία του θέματος είναι η στρατολόγηση μουσουλμάνων στην Waffen-SS, ιδίως στη Βοσνία. Εδώ χρειάζεται το περισσότερο φως και η λιγότερη δημαγωγία.
Το USHMM καταγράφει ότι οι SS ίδρυσαν σχολή εκπαίδευσης ιμάμηδων για να προετοιμάσουν θρησκευτικούς λειτουργούς για την 13η Ορεινή Μεραρχία Waffen-SS “Handschar” και ότι ο αλ Χουσεϊνί συμμετείχε σε εκστρατεία στρατολόγησης, μιλώντας στους υποψηφίους για τη συμμαχία τους με το «Μεγάλο Γερμανικό Ράιχ».
Το ίδιο μουσείο, ωστόσο, επισημαίνει επίσης ότι η συγκεκριμένη μεραρχία δεν τεκμηριώνεται ότι συμμετείχε στις απελάσεις Εβραίων στη Βοσνία ή την Ουγγαρία, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμπλοκή μεμονωμένων μελών σε συλλήψεις ή δολοφονίες.
Αυτό ακριβώς είναι το δημοσιογραφικό καθήκον: ούτε άρνηση ούτε υπερβολή. Υπήρξε στρατολόγηση μουσουλμάνων στην SS. Υπήρξε πραγματική συμμετοχή του Μουφτή.
Υπήρξε χρήση θρησκευτικής γλώσσας για την ενίσχυση μιας ναζιστικής στρατιωτικής δομής. Όμως από αυτό δεν προκύπτει το συμπέρασμα ότι «οι μουσουλμάνοι ήταν με τους ναζί».
Προκύπτει ένα πιο σκοτεινό και πιο αληθινό συμπέρασμα: ο ναζισμός ήταν αρκετά ευέλικτος ώστε να χρησιμοποιήσει θρησκευτικές ταυτότητες εργαλειακά, και ορισμένοι ισλαμιστές ή αραβοεθνικιστές ηγέτες ήταν αρκετά πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί του στο πεδίο του μίσους.
Ο Φαρχούντ και το ιρακινό επεισόδιο: όταν η ιδεολογία περνά στην πράξη
Η βία δεν έμεινε στη ρητορική. Το USHMM καταγράφει το πογκρόμ του Φαρχούντ στο Ιράκ το 1941, σε συνθήκες πραξικοπήματος του Rashid Ali al-Kailani, που είχε τη στήριξη του “Golden Square” και του ίδιου του αλ Χουσεϊνί.
Εδώ βλέπουμε κάτι πολύ κρίσιμο: η ναζιστική επιρροή και ο τοπικός αντισημιτισμός δεν λειτουργούν απλώς παράλληλα. Μπορούν να ενισχύσουν ο ένας τον άλλο και να παραγάγουν πραγματική βία.
Για το σημερινό κείμενο, το σημείο δεν είναι να μετατρέψουμε κάθε μεταγενέστερη κρίση της Μέσης Ανατολής σε άμεση ναζιστική συνέχεια. Το σημείο είναι να αναγνωρίσουμε ότι ήδη στη διάρκεια του πολέμου υπήρξαν περιβάλλοντα όπου ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός του Τρίτου Ράιχ συναντήθηκε με τοπικές πολιτικές και θρησκευτικές δυναμικές, δημιουργώντας κάτι περισσότερο από απλή συμπάθεια: ένα κοινό λεξιλόγιο εχθρότητας.
Μετά το 1945: η τεχνολογία διασώζεται, οι ιδέες μεταναστεύουν
Ένα άλλο σημείο που επιτρέπει συχνά υπερβολές είναι το Operation Paperclip. Εδώ η Britannica είναι σαφής: το πρόγραμμα μετέφερε περίπου 1.500 Γερμανούς και Αυστριακούς επιστήμονες και τεχνικούς με τις οικογένειές τους στις ΗΠΑ, με στόχο την αξιοποίηση της γνώσης τους για στρατιωτική και βιομηχανική χρήση.
Αυτό δείχνει ότι η μεταπολεμική ιστορία δεν ήταν ποτέ καθαρή ηθική κάθαρση. Οι νικητές πήραν τεχνογνωσία από το σώμα του Τρίτου Ράιχ, ακόμη και όταν επρόκειτο για ανθρώπους με σκοτεινό παρελθόν.
Αλλά η πραγματική ιδέα του άρθρου σου δεν είναι απλώς το Paperclip. Είναι ότι ενώ η Δύση απορροφούσε την τεχνική γνώση της ναζιστικής μηχανής, άλλοι χώροι μπορούσαν να απορροφήσουν ή να αναπαράγουν ορισμένα ιδεολογικά μοτίβα: λατρεία του εχθρού ως απόλυτου κακού, αντισημιτισμό, πολιτική θεολογία, χρήση του θανάτου ως εργαλείου κινητοποίησης, και την απόπειρα να σβηστεί ο άνθρωπος ως αυτόνομο ηθικό υποκείμενο. Αυτό δεν είναι «βιολογική κληρονομιά», όπως θα ήταν επικίνδυνο να γραφτεί. Είναι λειτουργική συγγένεια ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές ολοκληρωτισμού.
Η “μετάσταση” δεν είναι ίδια επανάληψη — είναι ανακύκλωση μοτίβων
Αυτό που πρέπει να ειπωθεί βαριά αλλά καθαρά είναι το εξής: ιδεολογίες δεν πεθαίνουν αυτόματα όταν καταρρέουν τα καθεστώτα που τις φιλοξενούσαν. Συχνά διασώζονται σε θραύσματα, μεταναστεύουν, αλλάζουν σύμβολα, αλλάζουν γλώσσα, προσαρμόζονται σε νέα περιβάλλοντα και ξαναεμφανίζονται μέσα από άλλες οργανωτικές μορφές.
Δεν έχουμε «Τέταρτο Ράιχ» με τη στενή ιστορική έννοια. Έχουμε όμως επαναλαμβανόμενα ολοκληρωτικά μοτίβα που μπορούν να βρουν νέα οχήματα.
Αυτό ακριβώς κάνει το θέμα τόσο σοβαρό. Αν το πεις πρόχειρα, θα καταρρεύσει ως κραυγή. Αν το πεις σωστά, αποκαλύπτει έναν μηχανισμό ιστορικής ανακύκλωσης: ο απόλυτος εχθρός, η δαιμονοποίηση ομάδων, η θρησκευτική ή φυλετική ιεραρχία, η προπαγάνδα, η απόλυτη υπακοή, η στοχοποίηση του βιβλίου, της μνήμης, της ατομικότητας.
Αυτά δεν είναι αποκλειστική ιδιοκτησία ενός καθεστώτος. Είναι τα δομικά υλικά κάθε ολοκληρωτισμού.
Το πραγματικό διακύβευμα σήμερα
Αν αυτή η ιστορία έχει σημασία σήμερα, δεν είναι επειδή πρέπει να κατασκευάσουμε έναν νέο εύκολο εχθρό. Είναι επειδή πρέπει να γίνουμε πιο ακριβείς στην αναγνώριση των μηχανισμών του μίσους. Η Ευρώπη δεν απειλείται όταν διαβάζει την ιστορία. Απειλείται όταν τη μετατρέπει είτε σε ταμπού είτε σε κραυγή.
Απειλείται όταν αδυνατεί να ξεχωρίσει την πίστη από την εργαλειοποίηση της πίστης, τον άνθρωπο από τον φανατικό μηχανισμό, τον πολιτισμό από το ολοκληρωτικό λειτουργικό σύστημα που τον χρησιμοποιεί για έλεγχο.
Αυτός είναι και ο λόγος που η αφέλεια είναι επικίνδυνη. Το να μη βλέπεις τέτοιες ιστορικές συγγένειες σε κάνει τυφλό. Το να τις γενικεύεις σε κάνει άδικο. Η μόνη σοβαρή θέση είναι η δύσκολη θέση: να πεις ότι υπήρξαν πραγματικές σχέσεις ανάμεσα σε ναζιστικούς μηχανισμούς και συγκεκριμένους ισλαμιστές/αραβοεθνικιστές δρώντες, ότι αυτά τα ίχνη άφησαν πολιτική και συμβολική κληρονομιά, αλλά ότι η ιστορία δεν επιτρέπει τη χονδροειδή συγχώνευση μιας ολόκληρης θρησκείας με αυτό το παρελθόν.
Συμπέρασμα: η μάχη δεν είναι με θρησκείες, αλλά με μηχανισμούς εξουσίας
Το πιο δυνατό συμπέρασμα είναι και το πιο πειθαρχημένο. Ο ναζισμός δεν «μεταγγίστηκε» αυτούσιος σε έναν άλλο κόσμο σαν βιολογικό μόσχευμα. Αυτό είναι υπερβολή. Αλλά επιβίωσαν και ξαναεμφανίστηκαν ορισμένα από τα πιο σκοτεινά του λειτουργικά στοιχεία: ο αντισημιτισμός ως μεταφυσική εμμονή, η λατρεία του θανάτου, η απόλυτη υποταγή, η θεοποίηση της προπαγάνδας, η μετατροπή του ανθρώπου σε εργαλείο.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική γραμμή του άρθρου: όχι πόλεμος κατά θρησκειών, αλλά αδυσώπητη ανάλυση των μηχανισμών που παίρνουν πίστη, ταυτότητα ή εθνική αγωνία και τα μετατρέπουν σε ολοκληρωτικό πρόγραμμα. Όσο δεν το βλέπουμε έτσι, θα συνεχίσουμε να μπερδεύουμε τον πολιτισμό με το παράσιτο που τον καταλαμβάνει.


